1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Πρόληψης και Κατάσβεσης Πυρκαγιών στην Ύπαιθρο Νόμος του 2025.
2.Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-
«αδειούχα κατοικία» σημαίνει κατοικία η οποία κατέχει άδεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου·
«ανακριτής» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό οι διατάξεις του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου∙
«αρχή τοπικής διοίκησης» σημαίνει δημοτικό συμβούλιο ή κοινοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, αντίστοιχα·
«αστυνομικός» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό οι διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου·
«Γνωστοποίηση» σημαίνει την προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 γνωστοποίηση, για σκοπούς επίταξης οχήματος ή μηχανήματος·
«Δικαστήριο» σημαίνει δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία·
«Έπαρχος» σημαίνει τον έπαρχο της επαρχίας εντός των ορίων της οποίας έχει εκραγεί η πυρκαγιά·
«κρατικό δάσος» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό οι διατάξεις του περί Δασών Νόμου·
«μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο «μέλος» οι διατάξεις του περί Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Νόμου·
«μηχάνημα» σημαίνει εκσκαφέα, γεωργικό ελκυστήρα και γενικά κάθε άλλο μηχάνημα που κρίνεται κατάλληλο και αναγκαίο για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 3 και 4·
«όχημα» σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα και περιλαμβάνει κάθε άλλο όχημα που κρίνεται κατάλληλο και αναγκαίο για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 3 και 4·
«Προϊστάμενος» σημαίνει τον προϊστάμενο του Ταμείου Θήρας ή εκπρόσωπο αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου·
«πυρκαγιά» σημαίνει μη ελεγχόμενη φωτιά που ευρίσκεται σε οποιοδήποτε σημείο της υπαίθρου και η επέκταση της οποίας χρήζει αντιμετώπισης∙
«ύπαιθρος» σημαίνει οποιαδήποτε περιοχή της Δημοκρατίας, εκτός καθορισμένου ορίου ανάπτυξης, αλλά δεν περιλαμβάνει-
(α) κρατικό δάσος·
(β) περιοχή ή σημείο που ευρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των δύο (2) χιλιομέτρων από την οροθετική γραμμή κρατικού δάσους·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών.
3.-(1) Σε περίπτωση έκρηξης πυρκαγιάς, ο Έπαρχος ή αστυνομικός δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει υπό την ευθύνη του οποιοδήποτε αυτοκίνητο, γεωργικό ελκυστήρα, εκσκαφέα ή άλλο μηχανοκίνητο όχημα να βοηθήσει με το εν λόγω αυτοκίνητο, γεωργικό ελκυστήρα, εκσκαφέα ή άλλο μηχανοκίνητο όχημα στην κατάσβεση της πυρκαγιάς.
(2) Πρόσωπο το οποίο διαθέτει αυτοκίνητο, γεωργικό ελκυστήρα, εκσκαφέα ή άλλο μηχανο-κίνητο όχημα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) εισπράττει αγοραίο ενοίκιο για τη χρήση του στην κατάσβεση πυρκαγιάς.
(3) Πρόσωπο το οποίο χωρίς επαρκή δικαιολογία δεν συμμορφώνεται με την ως άνω απαίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).
4. Τηρουμένων των διατάξεων του περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου, για σκοπούς επίταξης οχήματος ή μηχανήματος, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:
(α) Ο Έπαρχος, ως επιτάσσουσα αρχή προβαίνει στην έκδοση Γνωστοποίησης, σύμφωνα με τον Πίνακα Ι, η οποία απευθύνεται προς τον ιδιοκτήτη του οχήματος ή μηχανήματος, ανάλογα με την περίπτωση, του οποίου σκοπείται η επίταξη·
(β) ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή μηχανήματος, μόλις του αναγγελθεί με οποιονδήποτε τρόπο η επίταξη και κληθεί προς τούτο, είτε με ατομική γραπτή ειδοποίηση είτε τηλεφωνικώς είτε άλλως πως κατά την κρίση του Επάρχου, οφείλει να προσκομίσει αμέσως το όχημα ή μηχάνημα στον καθορισμένο από τον Έπαρχο τόπο·
(γ) ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή μηχανήματος στον οποίο απευθύνεται η Γνωστοποίηση την παραλαμβάνει και τη φέρει εντός του οχήματος ή επί του μηχανήματος που αυτή αναφέρεται·
(δ) ο ιδιοκτήτης του προς επίταξη οχήματος ή μηχανήματος, ο οποίος προσέρχεται σύμφωνα με τη Γνωστοποίηση, υπόκειται στις οδηγίες του Επάρχου ή του προσώπου το οποίο έχει υπό την ευθύνη του την κατάσβεση της πυρκαγιάς.
5. Ο Έπαρχος έχει εξουσία να προβαίνει οποτεδήποτε στην έκδοση Γνωστοποίησης, σε αντικατάσταση προηγούμενης Γνωστοποίησης.
6.-(1) Το νερό οποιασδήποτε δεξαμενής, πηγαδιού ή πηγής στη Δημοκρατία δύναται να χρησιμοποιηθεί από τις δυνάμεις κατάσβεσης για την καταστολή πυρκαγιάς στην ύπαιθρο χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη ή του διαχειριστή του νερού αυτού:
(2) Πρόσωπο το οποίο αρνείται να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση νερού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).
7.-(1) Ο Υπουργός δύναται, ύστερα από σχετική εισήγηση του Έπαρχου, να εκδίδει διάταγμα γενικής απαγόρευσης χρήσης σε ανοιχτό χώρο στην ύπαιθρο εργαλείων, μηχανημάτων, συσκευών ή άλλου εξοπλισμού για κοπή ή συγκόλληση μετάλλων ή άλλων υλικών που κατά τη χρήση τους προκαλούν θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα και δύναται να προκαλέσουν πυρκαγιά, σε περίπτωση κατά την οποία οι καιρικές συνθήκες στη Δημοκρατία είναι τέτοιες που ευνοούν την εκδήλωση και επέκταση πυρκαγιάς.
(2) Το διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
8.-(1) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ανάβει φωτιά σε οποιοδήποτε σημείο της υπαίθρου, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων:
(α) Για την παρασκευή ή το ζέσταμα φαγητού εντός ειδικά διαρρυθμισμένου χώρου ο οποίος ευρίσκεται σε οργανωμένους εκδρομικούς και κατασκηνωτικούς χώρους ή εντός ειδικά διαρρυθμισμένου για τον σκοπό αυτό εξωτερικού χώρου αδειούχων κατοικιών ή σε αδειούχα από το Υφυπουργείο Τουρισμού κέντρα εστίασης ή αναψυχής:
(β) για την καύση αποκλαδιών αμπελιών, ελαιόδεντρων και οπωροφόρων δέντρων, κατόπιν άδειας και υπό όρους που εκδίδονται από την αρχή τοπικής διοίκησης της περιοχής εντός των ορίων της οποίας ευρίσκεται το σημείο στο οποίο πρόκειται να ανάψει τη φωτιά, κατά την περίοδο του έτους που αρχίζει από την 1η Δεκεμβρίου και λήγει την 15η Απριλίου· ή
(γ) για την καύση δένδρων, φυτών ή φυτικών προϊόντων που έχουν προσβληθεί από επιβλαβείς οργανισμούς, όπως αυτοί καθορίζονται στις διατάξεις του περί Προστατευτικών Μέτρων κατά των Επιβλαβών για τα Φυτά Οργανισμών Νόμου, κατόπιν άδειας που εκδίδεται υπό όρους από την αρχή τοπικής διοίκησης της περιοχής εντός των ορίων της οποίας ευρίσκεται το σημείο στο οποίο πρόκειται να καούν, εφόσον υφίσταται γραπτή έγκριση εξουσιοδοτημένου επιθεωρητή φυτοϋγείας· ή
(δ) με γραπτή άδεια από τον Έπαρχο και τηρουμένων των όρων που αναφέρονται στην εν λόγω άδεια.
(2) Πρόσωπο το οποίο ανάβει φωτιά δυνάμει των διατάξεων παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου (1)-
(α) ενημερώνει τηλεφωνικά από προηγουμένως τον τοπικό αστυνομικό σταθμό και τον τοπικό πυροσβεστικό σταθμό·
(β) λαμβάνει επαρκείς προφυλάξεις για την παρεμπόδιση εξάπλωσης της φωτιάς·
(γ) έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα για την πλήρη κατάσβεση της φωτιάς·
(δ) ενημερώνει τηλεφωνικά τον τοπικό πυροσβεστικό σταθμό για την πλήρη κατάσβεση της φωτιάς.
(3) Η Πυροσβεστική Υπηρεσία μεριμνά όπως υπάρχει τηλεφωνική γραμμή διαθέσιμη επί εικοσιτετράωρου βάσεως προς το κοινό για τους σκοπούς των διατάξεων των παραγράφων (α) και (δ) του εδαφίου (2).
9.-(1) Πρόσωπο το οποίο-
(α) παραβαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7· ή/και
(β) παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 8· ή/και
(γ) εγκαταλείπει άσβεστη φωτιά την οποία άναψε στην ύπαιθρο· ή/και
(δ) απορρίπτει αναμμένο σπίρτο, τσιγάρο ή άλλο αντικείμενο το οποίο δυνατόν να προκαλέσει πυρκαγιά στην ύπαιθρο,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε χιλιάδες ευρώ (€25.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Πρόσωπο το οποίο προκαλεί πυρκαγιά στην ύπαιθρο, χωρίς πρόκληση ζημιάς στην ύπαιθρο ή στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου-
(α) εξαιτίας αλόγιστης ή αμελούς ενέργειας, συμπεριφοράς ή παράλειψής του να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις· ή/και
(β) εξαιτίας πλημμελούς λειτουργίας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος ή αμελούς χρήσης σε ανοιχτό χώρο στην ύπαιθρο εργαλείων, μηχανημάτων, συσκευών ή άλλου εξοπλισμού, που κατά τη χρήση τους προκαλούν θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα και δύναται να προκαλέσουν πυρκαγιά· ή/και
(γ) παραβαίνοντας διάταγμα απαγόρευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα έξι (6) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3) Πρόσωπο το οποίο προκαλεί πυρκαγιά στην ύπαιθρο, που έχει ως αποτέλεσμα ζημιά στην ύπαιθρο ή σε ιδιοκτησία τρίτου προσώπου-
(α) εξαιτίας αλόγιστης ή αμελούς ενέργειας, συμπεριφοράς ή παράλειψής του να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις· ή/και
(β) εξαιτίας πλημμελούς λειτουργίας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος ή αμελούς χρήσης σε ανοιχτό χώρο στην ύπαιθρο εργαλείων, μηχανημάτων, συσκευών ή άλλου εξοπλισμού, που κατά τη χρήση τους προκαλούν θερμότητα, φλόγα ή σπινθήρα και δύναται να προκαλέσουν πυρκαγιά· ή/και
(γ) παραβαίνοντας διάταγμα απαγόρευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€75.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο κρίνεται ένοχο αδικήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο, επιπροσθέτως οποιασδήποτε άλλης ποινής, δύναται να επιβάλει χρηματική ποινή ίση με το χρηματικό ποσό που έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάσβεση ή έχει χρησιμοποιηθεί ή δύναται να χρησιμοποιηθεί για την περιβαλλοντική αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε από την πυρκαγιά.
10. Πρόσωπο το οποίο αποπειράται να διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν να είχε διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
11. Σε περίπτωση κατά την οποία διαπράττεται αδίκημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό πρόσωπο αυτό είναι επίσης ένοχο του προαναφερθέντος αδικήματος.
12.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου, τα αδικήματα που προκύπτουν κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 3, του εδαφίου (2) του άρθρου 6, των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 9 και του εδαφίου (2) του άρθρου 15 δύναται να τύχουν εξώδικης ρύθμισης, σύμφωνα με τις περιόδους εντός των οποίων διαπράττονται και τα χρηματικά ποσά που καθορίζονται στον Πίνακα ΙΙ.
(2) Σε περίπτωση κατά την οποία αστυνομικός ή μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή ο Προϊστάμενος θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1), έχει εξουσία να προβεί σε εξώδικη ρύθμιση του αδικήματος, αφού προηγουμένως παραλάβει τα σχετικά τεκμήρια και τα παραδώσει στον τοπικό αστυνομικό σταθμό, συνοδευόμενα από σχετική γραπτή κατάθεσή του προς τον ανακριτή της υπόθεσης, στην οποία να αναφέρει τα γεγονότα.
(3) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), ειδοποίηση εξώδικου προστίμου εκδίδεται από τον ανακριτή και σε αυτή παρατίθενται τα ακόλουθα:
(α) Το όνομα του παραβάτη, καθώς και ο αριθμός ταυτότητας και η διεύθυνσή του·
(β) το αδίκημα το οποίο φέρεται να έχει διαπραχθεί κατά παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του παρόντος Νόμου·
(γ) σε συντομία, κάθε στοιχείο του αδικήματος το οποίο κρίνεται αναγκαίο, για να δικαιολογηθεί ο προβαλλόμενος ισχυρισμός·
(δ) η περίοδος κατά την οποία δεν θα ασκηθεί δίωξη για το αδίκημα·
(ε) το ποσό του εξώδικου προστίμου και σημείωση ότι, εάν το ποσό αυτό δεν πληρωθεί εντός τριάντα (30) ημερών, θα ασκηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα·
(στ) ο τόπος και ο τρόπος που το εξώδικο πρόστιμο δύναται να πληρωθεί.
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο δεν πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης εξώδικου προστίμου, δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εν λόγω προσώπου.
(5) Καμία δίωξη δεν ασκείται, εάν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί πριν από την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(6) Η πληρωμή εξώδικου προστίμου γίνεται σε οποιοδήποτε αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συμβεβλημένο με τον πάροχο ή τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που επιλέγει η Δημοκρατία, εφόσον το αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συμφωνεί να αποδέχεται πληρωμές εξώδικων προστί-μων διαδικτυακά.
(7) Τα ποσά που καταβάλλονται για οποιοδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου λογίζονται ως πρόστιμο το οποίο επιβλήθηκε κατόπιν καταδίκης για το εν λόγω αδίκημα.
(8) Πιστοποιητικό πληρωμής το οποίο εκδίδεται μέσω ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμής δεν χρήζει υπογραφής και θεωρείται επαρκής απόδειξη της πληρωμής του εξώδικου προστίμου και της εξώδικης ρύθμισης του αδικήματος.
(9) Η πληρωμή εξώδικου προστίμου δεν αποτελεί καταδίκη.
13.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 12, το εξώδικο πρόστιμο δύναται να τύχει διακανονισμού, εφόσον αυτό ζητηθεί γραπτώς από το πρόσωπο στο οποίο εκδόθηκε το εξώδικο πρόστιμο και εγκριθεί από τον Έπαρχο.
(2) Ο διακανονισμός δύναται να γίνεται-
(α) με την καταβολή μηνιαίων δόσεων για πληρωμή εξώδικου προστίμου που είναι ίσο ή υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (€250)· ή
(β) με παράταση της προθεσμίας πληρωμής του εξώδικου προστίμου, η οποία δεν υπερ-βαίνει τις τριάντα (30) ημέρες,
εφόσον υπάρχει εύλογη αιτία που ικανοποιεί τον Έπαρχο:
(3) Σε περίπτωση έγκρισης του Έπαρχου για πληρωμή εξώδικου προστίμου σε μηνιαίες δόσεις με διακανονισμό, οι μηνιαίες δόσεις δεν υπερβαίνουν τις δώδεκα (12) δόσεις.
(4) Εάν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία υποχρέωσης καταβολής της μηνιαίας δόσης χωρίς να καταβληθεί η καθορισμένη από τον Έπαρχο δόση, δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του προσώπου που παραβίασε τον διακανονισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
14. Κάθε χρηματικό ποσό που προκύπτει από την επιβολή χρηματικής ποινής ή εξώδικου προστίμου για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου κατατίθεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
15.-(1) Πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια για την οποία απαιτείται η κατοχή άδειας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 8 ή για το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι πρόκειται να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια πράξη ή ενέργεια δύναται να κληθεί από εκπρόσωπο του Επάρχου ή αστυνομικό ή μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή τον Προϊστάμενο να παρουσιάσει για επιθεώρηση την εν λόγω άδεια.
(2) Σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο αρνηθεί ή παραλείψει να παρουσιάσει την εν λόγω άδεια ή αρνηθεί να δώσει το όνομά του ή δίδει ψευδές όνομα, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3) Αστυνομικός ή μέλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή ο Προϊστάμενος δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά ως αποτέλεσμα παράλειψης προσώπου να υπακούσει όταν ενεργούν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
16. Η έκδοση οποιασδήποτε άδειας με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζει την αστική και ποινική ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου.
17.-(1) Ο Έπαρχος δύναται να απαιτήσει από αρχή τοπικής διοίκησης την κατασκευή, δημιουργία και διατήρηση εντός των ορίων της έργων και υποδομών πυροπροστασίας, σε χώρους και σε έκταση που υποδεικνύεται από τον ίδιο, όπως αντιπυρικές λωρίδες, ζώνες απαλλαγμένες από βλάστηση, ντεπόζιτα νερού, θέσεις παρατήρησης, υδροστόμια και συστήματα πυρασφάλειας, για την έγκαιρη ανίχνευση και πρόληψη εξάπλωσης πυρκαγιών.
(2) Εάν αρχή τοπικής διοίκησης από την οποία ο Έπαρχος απαιτεί την κατασκευή, δημιουργία και διατήρηση έργων και υποδομών πυροπροστασίας αδυνατεί να συμμορφωθεί προς την εν λόγω απαίτηση, τα έργα και οι υποδομές δύναται να κατασκευαστούν, δημιουργηθούν ή βελτιωθούν από τον Έπαρχο, τηρουμένων των διατάξεων του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου.
18.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας των διατάξεων του εδαφίου (1), Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται να ρυθμίζουν τα ακόλουθα:
(α) Τα μέτρα πρόληψης για τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος ή μηχανής καύσης στην ύπαιθρο·
(β) τα μέτρα πρόληψης από κατοικίες ή υποστατικά που ευρίσκονται στην ύπαιθρο·
(γ) τα μέτρα πρόληψης κατά τη διάρκεια εργασιών στην ύπαιθρο με τη χρήση εργαλείων παραγωγής σπινθήρα.
19.-(1) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι περί Προλήψεως Πυρκαϊών στην Ύπαιθρο Νόμοι του 1988 έως 2018 καταργούνται.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), Κανονισμοί και άδειες που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των καταργηθέντων νόμων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), που ευρίσκοντο σε ισχύ αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, λογίζεται ότι εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, στην έκταση που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του, μέχρις ότου τροποποιηθούν ή ανακληθούν δυνάμει των διατάξεων αυτού.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ
[Άρθρο 12(1)]
Αδίκημα | Περίοδος διάπραξης αδικήματος | Άρθρο | ||
Μάιος- Οκτώβριος |
Μάρτιος, Απρίλιος και Νοέμβριος |
Δεκέμβριος- Φεβρουάριος |
||
1. Παράλειψη ή άρνηση χωρίς επαρκή δικαιολογία για συνδρομή με όχημα ή μηχάνημα στην κατάσβεση πυρκαγιάς. |
€500 | €250 | €100 | 3(3) |
2. Παράλειψη ή άρνηση προσώπου να επιτρέψει τη χρήση νερού, χωρίς επαρκή δικαιολογία, για συνδρομή στο έργο της κατάσβεσης πυρκαγιάς, όταν καλείται από τις δυνάμεις κατάσβεσης για την καταστολή. |
€500 | €250 | €100 | 6(2) |
3. Παράβαση διατάγματος του Υπουργού για χρήση σε ανοικτό χώρο εργαλείων, μηχανημάτων ή άλλου εξοπλισμού. |
€2.000 | €500 | €250 | 7(1) 9(1)(α) |
4. Άναμμα φωτιάς που δεν εμπίπτει εντός των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8(1). |
€2.500 | €1.000 | €500 | 8(1) 9(1)(β) |
5. Παρασκευή ή ζέσταμα φαγητού χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 8(1) προϋποθέσεων. |
€2.500 | €1.000 | €500 | 8(1)(α) 9(1)(β) |
6. Καύση αποκλαδιών χωρίς άδεια και χωρίς να πληρούνται οι απαιτούμενοι όροι μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου και 15ης Απριλίου έκαστου έτους. |
€1.000 | €500 | 8(1)(β) 9(1)(β) |
|
7. Καύση δέντρων, φυτών ή φυτικών προϊόντων που έχουν προσβληθεί από επιβλαβείς οργανισμούς, χωρίς άδεια από την αρχή τοπικής διοίκησης και έγκριση επιθεωρητή φυτοϋγείας. |
€2.000 | €1.000 | €500 | 8(1)(γ) 9(1)(β) |
8. Άναμμα φωτιάς που επιτρέπεται ως εξαίρεση, χωρίς ενημέρωση του αστυνομικού και πυροσβεστικού σταθμού, επαρκείς προφυλάξεις ή αναγκαία μέσα κατάσβεσης. |
€1.000 | €750 | €500 | 8(1) 8(2) 9(1)(β) |
9. Εγκατάλειψη άσβεστης φωτιάς στην ύπαιθρο. |
€2.500 | €1.000 | €500 | 9(1)(δ) |
10. Απόρριψη αναμμένου σπίρτου, τισγάρου ή άλλου αντικειμένου που δυνατόν να προκαλέσει πυρκαγιά. |
€2.000 | €1.000 | €500 | 9(1)(δ) |
11. Πρόκληση πυρκαγιάς, χωρίς πρόκληση ζημιάς στην ύπαιθρο ή ιδιοκτησία τρίτου προσώπου. |
€3.000 | €1.500 | €750 | 9(2) |
12. Άρνηση ή παράλειψη παρουσίασης άδειας δυνάμει του άρθρου 8(1) ή άρνηση αναφοράς ονόματος ή απόδοση ψευδούς ονόματος. |
€1.000 | €750 | €500 | 15(2) |
13. Απόπειρα διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων. |
Το ήμισυ του ποσού για τα πιο πάνω αδικήματα. |
10 |