ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 226/19)
20 Φεβρουαρίου, 2025
[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
Εφεσείουσα,
ν.
1. ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
2. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
3. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ ΑΝΝΑΣ
4. ΣΩΤΗΡΕΛΗ ΑΧΙΛΛΕΑ
5. ΓΕΩΡΓΑΡΑΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ
6. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ,
Εφεσιβλήτων,
_________________
Δ. Εργατούδη (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα.
Σ. Α. Αγγελίδης, για Α. Σ. Αγγελίδη ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους 1, 2, 3, 4 και 6.
_________________
ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης είναι η απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής Ε.Δ.Υ.), ημερομηνίας 24.03.2011, με την οποία απόρριψε το αίτημα των εφεσιβλήτων να διοριστούν αναδρομικά στη θέση Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών.
Η έφεση προωθείται μόνο σε σχέση με τους εφεσίβλητους 1-4 και 6 καθότι η καθ' ης η αίτηση 5 είχε αποσύρει την προσφυγή της. Η έφεση εναντίον της εφεσίβλητης 5 απορρίφθηκε τη 9.03.2022. Οποιαδήποτε αναφορά σε «εφεσίβλητους» δεν περιλαμβάνει την εφεσίβλητη 5.
Προτού εξετάσουμε τους λόγους έφεσης είναι σκόπιμο να παραθέσουμε ένα σύντομο ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση.
Τη 16.04.2004 δημοσιεύτηκε, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, προκήρυξη για πλήρωση οκτώ θέσεων Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών, Υπηρεσίες Εμπορίου και Βιομηχανίας. Λίγες ημέρες αργότερα, τη 6.05.2004, η διοίκηση ζήτησε την πλήρωση ακόμη μιας θέσης Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών. Η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε όπως η εν λόγω θέση ενταχθεί στην υφισταμένη διαδικασία πλήρωσης, έτσι ώστε ο συνολικός αριθμός των θέσεων να ανέλθει σε εννέα.
Προκηρύξεις για τη θέση Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών έγιναν και στη συνέχεια και δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28.04.2006, 28.12.2007 και 24.04.2009. Οι εφεσίβλητοι δεν εκδήλωσαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για διεκδίκηση των θέσεων που προκηρύχθηκαν μεταγενέστερα της δικής τους προκήρυξης.
Η Ε.Δ.Υ. με επιστολή της, ημερομηνίας 13.12.2010, πρόσφερε στους εφεσίβλητους διορισμό στην επίδικη θέση, με δοκιμασία, από την 17.01.2011. Η προσφορά έγινε αποδεκτή από όλους τους εφεσίβλητους, χωρίς να θέσουν οποιαδήποτε επιφύλαξη. Ο εφεσίβλητος 6 ζήτησε όπως ο διορισμός του αρχίσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία, λόγω ακαδημαϊκών του υποχρεώσεων. Η Ε.Δ.Υ αποδέχτηκε το αίτημα του και η ημερομηνία διορισμού του καθορίσθηκε στις 4.4.2011.
Οι εφεσίβλητοι με επιστολή, μέσω του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 25.02.2011, ζήτησαν όπως ο διορισμός τους γίνει «αναδρομικά», καθότι από την ημερομηνία προκήρυξης των επιδίκων θέσεων μέχρι την ημερομηνία πλήρωσης τους, είχαν μεσολαβήσει νέες προκηρύξεις για τη θέση Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών, οι οποίες πληρώθηκαν προτού πληρωθούν οι επίδικες. Το γεγονός αυτό επέφερε στους εφεσίβλητους, σύμφωνα με τη θέση τους, « . άνισο επηρεασμό για ολόκληρη την υπόλοιπη σταδιοδρομία τους». Επισημαίνουμε ότι οι εφεσίβλητοι ζήτησαν όπως ο διορισμός τους έχει αναδρομική ισχύ, χωρίς να καθορίσουν συγκεκριμένη ημερομηνία και ή χρονολογία από την οποία θα έπρεπε, με βάση την εισήγησή τους, να άρχιζε ο διορισμός τους.
Η Ε.Δ.Υ. απέρριψε το πιο πάνω αίτημα. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 24.03.2011, στο οποίο καταγράφονται τα γεγονότα που συνέβαλαν στην καθυστέρηση και τους λόγους απόρριψης του αιτήματος για αναδρομική ισχύ των διορισμών:
«.. Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαδικασίας οφείλεται στα προβλήματα και τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν, με αποτέλεσμα η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής να επιστραφεί στη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία θα έπρεπε να συσταθεί εκ νέου και να υποβάλει νέα έκθεση στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας.
Όσον αφορά την αναφορά του κ. Αγγελίδη για τις ομότιτλες θέσεις που πληρώθηκαν εν τω μεταξύ, η Επιτροπή σημείωσε ότι, μέχρι σήμερα, έχουν ολοκληρωθεί τέσσερις διαδικασίες πλήρωσης ομότιτλων θέσεων που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας μεταγενέστερα από την υπό αναφορά διαδικασία και, συγκεκριμένα, οι διαδικασίες που δημοσιεύτηκαν στις 8.4.05, 28.4.06, 27.4.07 και 28.12.07, ενώ δύο διαδικασίες που αναφέρει ο κ. Αγγελίδης και δημοσιεύτηκαν στις 24.4.09 και 20.11.09 βρίσκονται στο στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Οι δύο πρώτες διαδικασίες που δημοσιεύτηκαν στις 8.4.05 και 28.4.06 ολοκληρώθηκαν με βάση τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμους και, στα πλαίσια των εν λόγω διαδικασιών, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας υιοθέτησε τα πορίσματα των εκθέσεων της Συμβουλευτικής Επιτροπής, χωρίς να χρειαστεί να επιστραφούν στη Συμβουλευτική Επιτροπή και να σημειωθεί καθυστέρηση. Οι επόμενες δύο διαδικασίες, που δημοσιεύτηκαν στις 27.4.07 και 28.12.07, ολοκληρώθηκαν βάσει των περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμων του 1998 έως 2008, Παράρτημα II, και, ως εκ τούτου, ολοκληρώθηκαν σε συντομότερο χρονικό διάστημα.
Η Επιτροπή παρατήρησε ότι διεκπεραιώνει τις εργασίες της και προβαίνει στην πλήρωση θέσεων ανάλογα με τον όγκο εργασίας που έχει ενώπιον της και το βαθμό δυσκολίας της κάθε διαδικασίας και δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση για την Επιτροπή να προβαίνει στην πλήρωση θέσεων με χρονολογική σειρά, ιδιαίτερα όταν προκύπτουν δυσκολίες και προβλήματα κατά την εξέλιξη μιας διαδικασίας. Με βάση τα πιο πάνω η Επιτροπή αποφάσισε ότι το αίτημα του κ. Αγγελίδη για αναδρομική ισχύ του διορισμού των πελατών του δεν υποστηρίζεται από τη νομοθεσία και τα δεδομένα της υπόθεσης και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.»
Οι εφεσίβλητοι πρόσβαλαν την πιο πάνω απόφαση με την προσφυγή 738/2011. Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι αυτοί είχαν αποδεχθεί το διορισμό τους ανεπιφύλακτα, έχοντας πλήρη γνώση του γεγονότος ότι αυτός είχε γίνει με καθυστέρηση, κατέληξε ότι δεν είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την απόφαση της Ε.Δ.Υ., με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για αναδρομικό διορισμό.
Η πιο πάνω απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση (Α.Ε. 83/2013). Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη συνδρομή πλήρους γνώσεως, αποφάνθηκε ότι οι εφεσείοντες είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την υπό κρίση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για αναδρομική ισχύ των διορισμών τους. Η υπόθεση τέθηκε για επανεκδίκαση από το Διοικητικό Δικαστήριο, (στο εξής Δικαστήριο).
Το Δικαστήριο ακύρωσε, κατόπιν ακρόασης, την επίδικη πράξη. Έκρινε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαδικασίας πλήρωσης των επιδίκων θέσεων, κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και η προσβαλλομένη απόφαση έπασχε γιατί δεν είχε αιτιολογηθεί επαρκώς η απόρριψη του αιτήματος για αναδρομική ισχύ των διορισμών. Παραθέτουμε αυτούσιο το σκεπτικό της απόφασης:
«Αποτελεί τον πυρήνα της αρχής της καλής πίστης ότι δεν μπορεί η Διοίκηση, επικαλούμενη τις δικές της παραλείψεις, για τις οποίες δεν είναι υπαίτιος ο διοικούμενος, να αγνοεί μια ευνοϊκή γι' αυτόν κατάσταση, η οποία έχει διαρκέσει αρκετό χρόνο και να αρνείται την υπέρ του διοικουµένου συναγωγή των ωφελημάτων και των νόμιµων συνεπειών που προκύπτουν από την κατάσταση αυτή (βλ. άρθρο 51(2) του Νόμου 158(Ι)/1999, αλλά και το σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 3η έκδοση, παρ. 387 επ.). Εν προκειμένω, πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί, αυτό που διαπιστώνεται μέσα από την επίδικη, απορριπτική, απόφαση, είναι ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν επ' ουδενί δώσει πειστική απάντηση στο ερώτημα, που ουσιαστικά τίθεται μέσω του αιτήματος των αιτητών, γιατί δεν δικαιούνται οι τελευταίοι να διοριστούν αναδρομικά στις επίδικες θέσεις, ούτως ώστε αυτοί να προηγηθούν άλλων ομοιόβαθμων τους, που, παραδεκτώς, διορίστηκαν στην ίδια θέση βάσει μεταγενέστερης προκήρυξης και διαδικασίας που ακολούθησε και έχουν ημερομηνία έναρξης του διορισμού τους προγενέστερη αυτής των αιτητών, την ίδια ώρα που, ως έχω προαναφέρει, προκύπτει ότι υπήρξε πράγματι υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Διοίκησης στην ολοκλήρωση της διαδικασίας πλήρωσης των επίδικων θέσεων, η οποία κράτησε επτά χρόνια.»
Η εφεσείουσα αμφισβητεί την πιο πάνω κρίση με δύο λόγους έφεσης. Εισηγείται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 29(2) και (3) και 33(6) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/1990, η Ε.Δ.Υ. είχε υποχρέωση να ολοκληρώσει το έργο της, ήτοι την πλήρωση των θέσεων, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία προκήρυξής τους, λόγος έφεσης 1 και εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι η διοίκηση είχε υποχρέωση, λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην πλήρωση των θέσεων, να ικανοποιήσει το αίτημα των εφεσιβλήτων και να δώσει αναδρομική ισχύ στο διορισμό τους, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν ρητά από το νόμο, λόγος έφεσης 2.
Κατά την ακρόαση η εφεσείουσα ήγειρε και θέμα εκτελεστότητας της επίδικης πράξης. Συγκεκριμένα ότι η υπό κρίση απόφαση ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα, αφού η διοίκηση απλώς πληροφόρησε τους εφεσίβλητους ότι η νομοθεσία δεν προνοούσε για αναδρομική ισχύ των διορισμών και ότι τα δικαιώματα των εφεσιβλήτων είχαν επηρεασθεί κατά το χρόνο προσφοράς των διορισμών. Η προσφυγή, σύμφωνα με την εισήγησή της, θα έπρεπε να στρεφόταν εναντίον της πράξης διορισμού και όχι της απόφασης της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 24.03.2011.
Κρίνουμε πως η πιο πάνω εισήγηση έχει ήδη απαντηθεί από την απόφαση στην Α.Ε. 83/2013, η οποία στρεφόταν εναντίον της επίδικης πράξης . Με δεδομένο ότι αυτή αποτελούσε εκτελεστή πράξη κρίθηκε ότι δεν ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα.
Στρεφόμαστε στη συνέχεια να εξετάσουμε τον πρώτο λόγο έφεσης που αφορά την κατ' ισχυρισμό εσφαλμένη ερμηνεία, από το Δικαστήριο, των άρθρων 29(2) και (3) και 33(6) του Ν.1/1990.
Τα υπό κρίση άρθρα ρυθμίζουν τη διαδικασία πλήρωσης θέσεων στο δημόσιο τομέα. Η Ε.Δ.Υ., με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29, δεν προβαίνει στην πλήρωση οποιασδήποτε θέσης παρά μόνο μετά από γραπτή πρόταση της αρμόδιας αρχής. Η πρόταση της αρμόδιας αρχής γίνεται εντός καθορισμένης προθεσμίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την προθεσμία, η Ε.Δ.Υ. προβαίνει στην πλήρωση της θέσης χωρίς να προηγηθεί η σχετική πρόταση. Το άρθρο 33 καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη πλήρωση θέσεων πρώτου διορισμού. Στην παράγραφο 6 του πιο πάνω άρθρου προσδιορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου η Συμβουλευτική Επιτροπή πρέπει να αποστείλει αιτιολογημένη έκθεση για όλους τους υποψηφίους. Σε περίπτωση που δεν τηρήσει τη χρονική προθεσμία, υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά την Ε.Δ.Υ. και να εκθέσει τους λόγους της καθυστέρησης.
Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται επίκληση των πιο πάνω προνοιών, ως στοιχείων που δεικνύουν την ανάγκη όπως η διοίκηση ενεργεί με τη δέουσα σπουδή και να προβαίνει στην έγκαιρη πλήρωση θέσεων. Πουθενά στην απόφαση δεν καταγράφεται αυτό που προσβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, ήτοι ότι η Ε.Δ.Υ. είχε καθήκον να πληρώσει τις επίδικες θέσεις εντός έξι μηνών από την ημερομηνία προκήρυξής τους. Ο λόγος έφεσης 1 κρίνεται ανυπόστατος και απορρίπτεται.
Στρεφόμαστε στη συνέχεια στο δεύτερο και τελευταίο λόγο έφεσης, με τον οποίο αμφισβητείται η τελική κατάληξη του Δικαστηρίου.
Η εφεσείουσα εισηγείται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι υπήρξε εκ μέρους της εφεσείουσας παραβίαση βασικών αρχών δικαίου συμπεριλαμβανομένων και των αρχών που προβλέπονται από τα άρθρα 50 και 51 του Ν.158(Ι)/1999. Εσφαλμένη ήταν, σύμφωνα με την εισήγηση και η κρίση του ότι οι γενικές αρχές δικαίου δημιουργούν «πρωτογενώς δημόσιας φύσης δικαιώματα». Το Δικαστήριο υποκατέστησε τη βούληση του νομοθέτη και επέβαλε στη διοίκηση υποχρέωση ικανοποίησης αιτήματος των διοικουμένων για αναδρομική ισχύ των διορισμών τους, χωρίς να υπάρχει περί τούτου, σχετική νομοθετική πρόβλεψη.
Το Δικαστήριο, ως καταγράφεται και στο απόσπασμα που παραθέσαμε ανωτέρω, αποφάνθηκε ότι η Ε.Δ.Υ. θα έπρεπε να είχε αποδεχθεί το αίτημα των εφεσιβλήτων και να προσδώσει αναδρομική ισχύ στους διορισμούς τους κατ' εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης, που εδράζεται στο άρθρο 51(2) του Ν.158(Ι)/99. Η διοίκηση δεν μπορεί, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, «. επικαλούμενη τις δικές της παραλείψεις, για τις οποίες δεν είναι υπαίτιος ο διοικούμενος να αγνοεί μια ευνοϊκή γι' αυτόν κατάσταση, η οποία έχει διαρκέσει αρκετό χρόνο και να αρνείται την υπέρ του διοικούμενου συναγωγή των ωφελημάτων και των νόμιμων συνεπειών που προκύπτουν από την κατάσταση αυτή.». Αυτό αποτελεί, κατά την κρίση του, «τον πυρήνα της καλής πίστης».
Το πιο πάνω σκεπτικό αποτελεί μεταφορά των προνοιών του άρθρου 51(2) του Ν.158(Ι)/99. Στην απόφαση δεν καταγράφεται ποιά ήταν «η ευνοϊκή κατάσταση» που είχε δημιουργηθεί υπέρ των εφεσιβλήτων, ούτε διευκρινίζονται τα ωφελήματα που απέκτησαν. Επί του σημείου αυτού, θα συμφωνήσουμε με τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας ότι οι εφεσίβλητοι, κατά το χρόνο προκήρυξης των πιο πάνω θέσεων, δεν γνώριζαν κατά πόσο θα επιλέγονταν στην θέση Λειτουργού Βιομηχανικών Εφαρμογών που προκηρύχθηκε το 2004, για την οποία είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον. Επισημαίνουμε ότι οι υποψήφιοι για τη θέση ήταν 305 άτομα και οι θέσεις μόνο εννέα. Το μόνο που είχαν ήταν «προσδοκία» να διορισθούν στη συγκεκριμένη θέση και όχι οποιοδήποτε «κεκτημένο δικαίωμα».
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι υπήρξε παραβίαση της καλής πίστης με τον τρόπο που αναλύεται ανωτέρω, λόγω δημιουργίας «ευνοϊκής κατάστασης», δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα της υπόθεσης.
Η διαφορά των δύο μερών έγκειται, κατ' ουσίαν, στο κατά πόσο η διοίκηση είχε εξουσία να προσδώσει αναδρομική ισχύ στους διορισμούς των εφεσιβλήτων.
Ο κανόνας είναι ότι οι ατομικές διοικητικές πράξεις ορίζουν περί του μέλλοντος και δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Η πρόσδοση αναδρομικής ισχύος σε διοικητική πράξη αποκλείεται εκτός στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ρητή διάταξη νόμου που ορίζει ότι η πράξη ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσής της ή για σκοπούς συμμόρφωσης με ακυρωτική δικαστική απόφαση καθότι η διοικητική πράξη ανατρέχει στο χρόνο ισχύος της αρχικής πράξης ή παράλειψης που ακυρώθηκε. Η αναδρομικότητα στη δεύτερη περίπτωση είναι άμεσα συνυφασμένη με την αρχή της δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων. Αναδρομική ισχύς μπορεί να δοθεί και σε περίπτωση που η διοικητική πράξη ακυρωθεί από το Δικαστήριο για λόγους τυπικούς, για παράδειγμα λόγω ανεπάρκειας αιτιολογίας ή κακής σύνθεσης του συλλογικού οργάνου.
Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σφηκουρής κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 357, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν, σε κάποιο βαθμό, με τα γεγονότα της παρούσας. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε την αναδρομική προαγωγή υπαλλήλου σε ημερομηνία προγενέστερη της σύστασης του Διευθυντή. Η Ολομέλεια αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι οι εφεσείοντες είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την προαγωγή εφόσον η αναδρομικότητά της επηρέαζε την ιεραρχία στο τμήμα που υπηρετούσαν, στη συνέχεια όμως ακύρωσε την πράξη καθότι έκρινε ότι η Ε.Δ.Υ. δεν είχε εξουσία να προάξει υπάλληλο αναδρομικά. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα στο οποίο αναλύονται οι αρχές που διέπουν την αναδρομική ισχύ των διοικητικών πράξεων:
«Με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις αποκλείεται η αναδρομικότητα των διοικητικών πράξεων. Πρόδηλοι είναι οι λόγοι οι οποίοι επέβαλαν αυτή την αρχή του διοικητικού δικαίου. Η αναδρομική άσκηση διοικητικής εξουσίας είναι δύσκολο να συμβιβασθεί με "το διοικείν" που εξ αντικειμένου εδράζεται στο παρόν και έχει προοπτική το μέλλον. Η αναδρομική άσκηση διοικητικής εξουσίας έχει εξωπραγματικό χαρακτήρα, διασαλεύει το προϋπάρχον νομικό καθεστώς και δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τα δικαιώματα του διοικουμένου στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Όπως αναφέρεται στα Πορίσματα της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 197 "Η ως άνω αρχή της μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων δικαιολογείται εκ του ότι η αρμοδιότης του διοικητικού οργάνου δέον ν' ασκήται εν όψει της παρούσης εκάστοτε νομικής και πραγματικής καταστάσεως: 168(43)". Εξάλλου ο Παπαχατζής, διαπιστώνει (με αναφορά στην Ελληνική νομολογία) στο σύγγραμμά του, Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου, Ε' έκδοση, η δημόσια διοίκηση δεν είναι νόμιμο να ενεργεί με δύναμη αναδρομική. Όπου η πράξη συνδέεται με αναδρομική ρήτρα η αναδρομή είναι ανίσχυρη. Όχι όμως η ίδια η πράξη, η οποία επενεργεί από τον χρόνο της έκδοσής της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται "... οπισθενέργεια δεν έχει κύρος ως προς την αναδρομή." (σελ. 535). Η αναδρομική προαγωγή υπαλλήλου αποκλείεται: "Δεν δύναται να δοθεί αναδρομική ισχύς εις πράξη προαγωγής υπαλλήλου ..1776(53), 507, 743(54)". (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 197). Εξαίρεση στον κανόνα περί της μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων χωρεί όπου ο ίδιος ο νόμος παρέχει εξουσία για την έκδοση διοικητικής πράξης η οποία ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσής της, και όπου η αναδρομή στο παρελθόν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας (α) συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις και (β) έκδοση απόφασης μετά την επανεξέταση ακυρωθείσας διοικητικής απόφασης.»
Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις Petrakis Panayides v. Republic (1973) 3 C.L.R. 378, Απέητος κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 64, Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 453, Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή Intercollege ν. Κυπριακή Δημοκρατία (2002) 3 Α.Α.Δ. 296 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελ. 197 και 198.
Στο άρθρο 7 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου του 1999, έχουν κωδικοποιηθεί οι πιο πάνω αρχές και καταγράφονται, με εξαντλητικό τρόπο, οι περιπτώσεις στις οποίες δίδεται αναδρομική ισχύς σε μια διοικητική πράξη.
Η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε μια από τις πιο πάνω εξαιρέσεις. Ο περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμος, Ν.1/1990, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν παρείχε εξουσία για τον αναδρομικό διορισμό των εφεσιβλήτων. Στον πιο πάνω Νόμο γίνεται μόνο πρόνοια για αποκατάσταση των υπαλλήλων των οποίων η προαγωγή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση η Ε.Δ.Υ. έχει εξουσία να προσδώσει αναδρομική ισχύ σε προαγωγή, νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Καμία αναφορά γίνεται σε εξουσία διορισμού με αναδρομική ισχύ.
Η Ε.Δ.Υ. στο πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 24.03.2011, που παραθέσαμε ανωτέρω, ρητά αναφέρει ότι το αίτημα των εφεσιβλήτων «.δεν υποστηρίζεται από τη νομοθεσία και τα δεδομένα της υπόθεσης και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί». Αυτός ήταν και ο λόγος που το αίτημα των εφεσιβλήτων απορρίφθηκε.
Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υπό εξέταση απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη καθότι η Ε.Δ.Υ. δεν έδωσε «πειστική απάντηση» στο ερώτημα γιατί οι εφεσίβλητοι δεν δικαιούντο να διοριστούν αναδρομικά, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του. Το αίτημα για πρόσδοση αναδρομικής ισχύς στο διορισμό απορρίφθηκε γιατί η Ε.Δ.Υ. αναγνώρισε ότι δεν είχε εκ του νόμου εξουσία να ικανοποιήσει το συγκεκριμένο αίτημα. Το γεγονός ότι, από το χρόνο προκήρυξης της θέσης μέχρι το διορισμό, παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογεί από μόνο του την πρόσδοση στη διοικητική πράξη αναδρομική ισχύ. Υπενθυμίζουμε ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης δεν είναι δεκτή. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι σε περίπτωση που η Επιτροπή ενέκρινε το αίτημα, θα ενεργούσε εκτός του πλαισίου του ισχύοντος δικαίου, κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας. (Βλ. άρθρο 8 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του Ν.158(Ι)/1999).
Για τους λόγους που αναλύσαμε ανωτέρω, ο λόγος έφεσης 2 γίνεται δεκτός.
Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της διαταγής ως προς τα έξοδα, ανατρέπεται. Επιδικάζονται €4.500 έξοδα πρωτοδίκως και κατ' έφεση, υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον του εφεσιβλήτων 1, 2, 3, 4 και 6.
Α. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.
Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
/ΓΓ