ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(γ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 13/2019)
20 Φεβρουαρίου, 2025
[ΛΙΑΤΣΟΣ Π., ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
NEW FRONTIER INVESTMENTS INC. κ.α.
Εφεσείοντες
v.
1. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
2. ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
3. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσιβλήτων
________________
Ν. Ιακώβου (κα) μαζί με Μ. Τσαγγαρίδου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για τους Eφεσείοντες.
Μ. Φράγκου (κα) για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.
Ε. Νεοφύτου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη 3.
Μ. Αντωνίου (κα) μαζί με Σ. Νικολάου (κα), για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για το Ενδιαφερόμενο Μέρος Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
________________
Α. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Δ. Σωκράτους, Δ.
________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Δ.: Τον Μάρτιο του 2013, η Αρχή Εξυγίανσης (Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013), με τη σύμφωνο γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εφάρμοσε μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στην Cyprus Popular Bank Public Ltd. Για την εφαρμογή των μέτρων αυτών, στα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, εκδόθηκαν τα ακόλουθα (επίδικα) διατάγματα:
- Το περί Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 93/2013, 25.3.2013).
- Το περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013, 25.3.2013).
- Το περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 96/2013, 26.3.2013).
- Το περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 97/2013, 26.3.2013).
- Το περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013, 29.3.2013), με τις τροποποιήσεις του.
- Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013, 29.3.2013), με τις τροποποιήσεις του.
- Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 105/2013, 1.4.2013).
- Το περί Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Πρώτο Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 98/2013, 27.3.2013).
- Το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στη Ρουμανία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 135/2013, 25.4.2013).
Τα γεγονότα, τα οποία οδήγησαν στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, αναλύονται εκτενώς στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 427, και στην ένσταση του Εφεσίβλητου 3. Παρέλκει, για σκοπούς της παρούσας, εκτενής αναφορά τους. Είναι αρκετό να καταγραφεί ότι ανάγονται στα όσα έλαβαν χώραν από το Μάϊο του 2011 και τα οποία άπτονται των αλλεπάλληλων υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης και του αποκλεισμού της από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Καλύπτουν επίσης τον επηρεασμό, για διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης, της κεφαλαιακής βάσης, τόσο της Τράπεζας Κύπρου, όσο και της Λαϊκής Τράπεζας. Ο κίνδυνος άμεσης χρεωκοπίας και οι αλυσιδωτές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα του κράτους, οδήγησαν στη ανάγκη λήψης μέτρων από τη Δημοκρατία προς διάσωση της οικονομίας, ως αποτέλεσμα των οποίων επηρεάστηκαν οι μέτοχοι και οι κάτοχοι ομολόγων και αξιογράφων καθώς και οι ανασφάλιστοι καταθέτες των τραπεζών. Υπό το πρίσμα αυτό και ενόψει των άμεσων κινδύνων που εμφιλοχωρούσαν με καταστροφικές συνέπειες για τον τόπο, η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε τα ανωτέρω διατάγματα.
Μετά την έκδοση των ανωτέρω διαταγμάτων, αρκετοί καταθέτες, μέτοχοι αλλά και κάτοχοι αξιογράφων των δύο ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων, άσκησαν προσφυγές, αμφισβητώντας τη νομιμότητά τους και ισχυριζόμενοι ότι επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματά τους.
Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγω των καινοφανών θεμάτων, εκδίκασε τις προσφυγές που είχαν ήδη καταχωρηθεί και εξέδωσε την απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω).
Κρίθηκε ότι η σχέση καταθέτη και Τράπεζας είναι συμβατική και, ως τέτοια, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, οι προσφυγές απορρίφθηκαν, ως απαράδεκτες.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, αρκετοί μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου αποφάσισαν να προωθήσουν τις προσφυγές τους αναφορικά με τα ανωτέρω διατάγματα, με τη θέση ότι ο μέτοχος διαφοροποιείται από τον καταθέτη. Και πάλι, οι προσφυγές εκδικάστηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια, η οποία, στην απόφαση Βίας Δημητρίου κ.α. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. (2014) 3 Α.Α.Δ. 417, αφού υιοθέτησε το σκεπτικό και το λόγο της Χριστοδούλου έκρινε ότι τα όσα λέχθηκαν εκεί και ως εκ του γεγονότος ότι μεταξύ τράπεζας και μετόχου υφίσταται συμβατική σχέση, ίσχυαν αναλόγως και στην περίπτωση του μετόχου. Εν κατακλείδι, κρίθηκε ότι δεν επηρεάζεται ο ουσιαστικός πυρήνας των δικαιωμάτων των μετόχων της τράπεζας δια της απομείωσης των μετοχών τους, θεωρώντας ότι δεν υφίσταται και ως προς αυτούς, έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου και ότι οι όποιες αιτιάσεις εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο.
Μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου εκδίκασε συνεκδικαζόμενες προσφυγές, τις οποίες καταχώρησαν καταθέτες, μέτοχοι και κάτοικοι αξιογράφων των δύο πιστωτικών ιδρυμάτων και εξέδωσε την απόφαση, αντικείμενο της κρινόμενης έφεσης.
Εφέσεις κατεχώρησαν και άλλοι αιτητές, πέραν της παρούσης, τις υπ' αριθμό 14/19, 15/19, 16/19, 17/19, 19/19, 20/19, 21/19, 22/19, 23/19, 43/19 και 44/19, οι οποίες, παρά το ότι δεν συνεκδικάστηκαν, ακούστηκαν, λόγω της συνάφειάς τους, την ίδια ημερομηνία.
Ήταν η απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), Δημητρίου (ανωτέρω) και FBME Bank Ltd και Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 761, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο τα επίδικα διατάγματα, το δεσμεύουν και κατέληξε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις «ταξινομούνται για σκοπούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου» και, κατά συνέπεια, στερείτο δικαιοδοσίας να δικάσει τις προσφυγές, οι οποίες κρίθηκαν μη παραδεκτές. Κατ' ακολουθία, τις απέρριψε, επιδικάζοντας το ποσό των €500 έξοδα εναντίον των αιτητών/εφεσειόντων.
Με έξι λόγους έφεσης προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, εκ των οποίων οι πρώτοι τέσσερις άπτονται της κρίσης του Δικαστηρίου περί έλλειψης δικαιοδοσίας να εκδικάσει τη διαφορά ως εμπίπτουσας στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.
Προβάλλεται, από τους Εφεσείοντες, τόσο στην αιτιολογία των λόγων έφεσης, όσο και στο περίγραμμα αγόρευσης τους, αλλά και κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, ότι ήταν λανθασμένη η καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδούλου (ανωτέρω). Ήταν η θέση τους, πως η εν λόγω απόφαση δεν ακολούθησε τις αρχές που τέθηκαν με τις αποφάσεις στις Ι. Κολοκάσης v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Έπαρχου Λευκωσίας κ.α. (2008) 3 Α.Α.Δ 373 και Δ. Οuzounian & M. Σουλτανιάν & Σία Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων (1999) 3 Α.Α.Δ. 309. Ως εκ τούτου, μας κάλεσε να αποκλίνουμε από το σκεπτικό της Χριστοδούλου, ως εμφανώς εσφαλμένο.
Προτού εξετάσουμε το ζήτημα της απόκλισης, θα εξετάσουμε μια άλλη εισήγηση.
Είναι η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εφεσειόντων πως, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδιδε την απόφαση στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), ασκούσε πρωτοβάθμια δικαιοδοσία και, συνεπώς, η απόφαση του δεν ήταν δεσμευτική ούτε για το Διοικητικό Δικαστήριο, ούτε για το παρόν Εφετείο.
Αντίθετη είναι η προσέγγιση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εφεσιβλήτων, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι «η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει απευθείας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τη διαφορά.»
Με όλη την εκτίμηση προς τη συνήγορο των Εφεσειόντων, η προβληθείσα θέση της είναι εσφαλμένη.
Η απόφαση στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) εξεδόθη από την Ολομέλεια του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο, ενόψει των σοβαρών και καινοφανών γεγονότων και νομικών θεμάτων που εγείρονταν, συνεδρίασε, αποφασίζοντας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την ενώπιόν του διαφορά. Δικαιοδοσία, η οποία του παρεχόταν από το ΄Αρθρο 11 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου το 1964 (Ν.33/1964) και νομολογιακά καθιερώθηκε διά των αποφάσεων Republic v. Vassiliades (1965) 3 C.L.R. 82 και Georgiou and οthers v. Republic (1987) 3 CLR 980.
Συνεπώς, η εκδοθείσα, από την Ολομέλεια, απόφαση, τόσο στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), όσο και στην Δημητρίου (ανωτέρω), είχε τη δεσμευτικότητα που ενείχαν όλες οι αποφάσεις του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες εκδίδοντο σε δεύτερο βαθμό.
Το ζήτημα της απόκλισης από προηγούμενη απόφαση, εδώ της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως είναι εδραιωμένο, εξαρτάται από σοβαρές προϋποθέσεις και όρους, όπως εξαντλητικά έχουν αυτοί παρατεθεί σε προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (αρ.3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 315, Marketrends Ltd v. Θεοδωρίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1248). Στην Sergei Piliugin v. BVB Raribas (Cyprus) Ltd (2013) 1 A.A.Δ. 1335, επανατονίστηκε ότι ευχέρεια για απόκλιση παρέχεται όταν κριθεί ότι η προηγούμενη απόφαση βασίζεται σε αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη αρχή δικαίου ή οδηγεί σε καταφανώς άδικα αποτελέσματα.
Εκτενούς ανάλυσης έτυχε το θέμα στην απόφαση Γουότς κ.α. v. Λαουρή κ.α. (2014) 1 ΑΑΔ 1401, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα:
«Στο σύστημα του Κοινού Δικαίου, η αρχή της δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων ως μια από τις πηγές δικαίου αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους πυλώνες και συναρτάται άμεσα με τη βεβαιότητα του δικαίου και την επικράτηση του κράτους δικαίου (βλ. Δημοκρατία κ.α. v. Γιάλλουρου κ.α., ανωτέρω). Στο πιο κάτω απόσπασμα από τη Μελέτη «Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι Κανόνες της Επιείκειας και η Εφαρμογή τους στην Κύπρο» (1981) του Γ.Μ. Πική, σελ. 21, τονίζεται η μεγάλη σημασία της αρχής:-
«Με τη συστηματοποίηση του κοινού δικαίου επικρατεί η αρχή του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων, δηλαδή δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από τις αρχές του κοινού δικαίου όπως προσδιορίζονται στις αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων της Αγγλίας. Η αρχή του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων πηγάζει από την πεποίθηση ότι η βεβαιότητα για το δίκαιο αποτελεί προϋπόθεση για την επικράτηση κράτους δικαίου. Τα ευεργετήματα από το βέβαιο και σαφή προσδιορισμό του δικαίου κρίνεται ότι αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα από πιθανές ατέλειες του δικαίου. Η ανάπτυξη του κοινού δικαίου, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε Κώδικα, εξεταζόμενη σε συνδυασμό με την εξουσία των δικαστών να προσδιορίζουν και να διατυπώνουν το δίκαιο, κατάστησε αναγκαία την υιοθέτηση της αρχής του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων για αποτροπή τάσεων προς την κατεύθυνση απονομής της δικαιοσύνης ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και τις πεποιθήσεις των εκάστοτε δικαστών. Η απεριόριστη δικαστική εξουσία είναι τόσο επικίνδυνη όσο και η απεριόριστη εξουσία της Εκτελεστικής Εξουσίας στον τομέα της διακυβερνήσεως της χώρας. Όπως παρατηρεί ο Λόρδος Devlin, η απονομή της δικαιοσύνης βάσει προκαθορισμένων αρχών είναι προτιμητέα από τις ρήσεις του Καδή, όσο εμπνευσμένος και αν είναι ο τελευταίος. (βλ. «The Judge "by Patrick Devlin, p. 106)». Όπως επεξηγείται σε άλλο μέρος του ίδιου Συγγράμματος (σελ. 49-50):-
«Η καθιέρωση της αρχής του δεσμευτικού των δικαστικών αποφάσεων οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους, τους εξής:-
α) Την πίστη ότι η βεβαιότητα για το δίκαιο συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικής αρμονίας, και
β) Στην κατοχύρωση της αρχής της ισότητας όλων των πολιτών έναντι του νόμου, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται στην ίδια θέση.»
Αποτέλεσε τη θέση των συνηγόρων των Εφεσειόντων, πως η Ολομέλεια στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) απέτυχε να εφαρμόσει την αρχή που τέθηκε με την Κολοκάση (ανωτέρω), ότι δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο, εξ' αντικειμένου, το κοινό ή τμήμα του, έχουν, εκ της φύσεως των πραγμάτων, συμφέρον στην ευόδωσή του και ότι η έκδοση της πράξης αποσκοπεί στην ικανοποίηση δημόσιας ανάγκης. Όπως στην κρινόμενη περίπτωση, όπου τα εκδοθέντα διατάγματα αναφέρονταν σε δημόσια ανάγκη και εξυπηρετούσαν το δημόσιο όφελος.
Στην Ouzounian (ανωτέρω), στην οποία, ως λέχθηκε, έγινε επίκληση από την συνήγορο, κρίθηκε πως ο κάτοχος ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε, είχε συμφέρον επ' αυτού, η κατοχή του είχε νομικό έρεισμα τη σύμβαση ενοικιάσεως και η απαλλοτρίωση επηρέαζε άμεσα το καθόλα νόμιμο συμφέρον του να κατέχει το υποστατικό. Συνεπώς, η απαλλοτρίωση επηρέασε δυσμενώς και ευθέως ίδιον ενεστώς έννομο συμφέρον του και του προσέδιδε δικαίωμα προσφυγής, βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος.
Κρίνουμε πως δεν υπάρχουν περιθώρια, ούτε λόγοι απόκλισης, από τον λόγο της Χριστοδούλου (ανωτέρω). Διαπιστώνεται πως, παρά τη μη ρητή αναφορά στις αποφάσεις Κολοκάση (ανωτέρω) και Ouzounian (ανωτέρω), ωστόσο εξετάστηκαν τα γεγονότα και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές εκδόθηκαν και κρίθηκε πως η επίδικη υπόθεση στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) διαφοροποιείτο από τα γεγονότα των υπό αναφορά αποφάσεων.
Έκρινε, εξετάζοντας την ταξινόμηση των πράξεων και το κατά πόσο εμπίπτουν στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, ότι:
«. οι ίδιοι οι καταθέτες ουδόλως καθίστανται υποκείμενα του Διατάγματος και μόνον εμμέσως «επηρεάζονται» - αν επηρεάζονται δυσμενώς - ως εκ του καθεστώτος εξυγίανσης στο οποίο η Λαϊκή τίθεται και το οποίο η Λαϊκή εφαρμόζει. Η Λαϊκή είναι το νομικό πρόσωπο που τίθεται σε εξυγίανση και είναι οι δικές της εργασίες που πωλούνται. Οι εργασίες αυτές δεν είναι εργασίες των καταθετών (ούτε καν των μετόχων της Λαϊκής), η μόνη σχέση των οποίων είναι εκείνη του πιστωτή της τράπεζας, ώστε η ίδια η φύση του συμφέροντος τους να είναι διαφορετική.
Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα. Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.»
Εξετάστηκε, στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), και η Ouzounian (ανωτέρω), παρά τη μη ρητή αναφορά στον τίτλο της, με αναφορά στα γεγονότα της και κρίθηκε ότι υπήρχε διαφοροποίηση των γεγονότων της από την κρινόμενη, υπογραμμίζοντας ότι ο καταθέτης, ο οποίος, ως ανωτέρω κρίθηκε πιστωτής της τράπεζας, είναι στη θέση του πιστωτή του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος δεν κέκτηται έννομο συμφέρον προσφυγής. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σελίδα 463 της απόφασης:
«Η περίπτωση του καταθέτη διαφέρει εντελώς από την περίπτωση απαλλοτρίωσης, στην οποία έγινε αναφορά κατά την ακρόαση, αφού εκεί επηρεάζεται ευθέως ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου το οποίο και αποτελεί το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, εξού και έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε προσφυγή εναντίον της ατομικής διοικητικής πράξης που αφορά το ακίνητό του. Σαφώς όμως δεν θα είχε έννομο συμφέρον ο όποιος πιστωτής του ιδιοκτήτη ακινήτου το οποίο απαλλοτριώνεται, π.χ. ως δανειστής προς τον ιδιοκτήτη σε σχέση με προτιθέμενη επιχείρηση σε αυτό, έστω και αν «επηρεάζεται» δυσμενώς αν η επιχείρηση δεν υλοποιηθεί, ή ο πιστωτής του ιδιοκτήτη εστιατορίου, ως τράπεζα παραχωρήσασα δάνειο, ως προς απόφαση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας του, έστω και αν «επηρεάζεται» δυσμενώς από αυτή αν η επιχείρηση καταρρεύσει και το δάνειο δεν μπορεί να αποπληρωθεί.»
Συνεπώς, το αποτέλεσμα στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), το οποίο υιοθέτησε και η Δημητρίου (ανωτέρω), προέκυψε με εφαρμογή των νομολογιακών αρχών και όχι κατά παραγνώριση τους, και στη βάση των δικών τους ιδιαίτερων περιστατικών.
Αναφέρουμε, περαιτέρω, πως, για να έχει χαρακτήρα διοικητικής πράξης η μονομερής δήλωση βουλήσεως της διοίκησης, πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο εννόμων σχέσεων που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο και όχι από το ιδιωτικό δίκαιο.
Στοιχεία δε της έννοιας της διοικητικής πράξης αποτελούν:
(α) η μονομερής θέσπιση κανόνα δικαίου
(β) η προέλευση από διοικητικό όργανο (οργανικό κριτήριο) και
(γ) η επιδίωξη δημόσιου σκοπού (λειτουργικό κριτήριο) (Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 16η έκδοση, Επ. Σπηλιωτόπουλου και Β. Κονδύλη) (σελ. 113)
Άλλο χαρακτηριστικό της διοικητικής πράξης, υπό την έννοια της ένταξής της στον τομέα του δημοσίου δικαίου, είναι η άμεση ή έμμεση ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Δημόσιο δε, είναι το συμφέρον, όταν υποκείμενο του είναι ο λαός που έχει οργανωθεί με την έννομη τάξη σε κράτος. Συνεπώς, το δημόσιο συμφέρον έχει κοινωνικό χαρακτήρα και συνδέεται με την έννομη τάξη. (Σπηλιωτόπουλος (ανωτέρω), σελ. 402).
Το δημόσιο συμφέρον είναι νομική έννοια, διότι καθορίζεται από τους κανόνες δικαίου, είτε ως ένα από τα στοιχεία του περιεχομένου των κανόνων, είτε ως σκοπός των νομικών πράξεων ή υλικών ενεργειών των δημοσίων νομικών προσώπων. Στην πρώτη περίπτωση, το δημόσιο συμφέρον συνιστά προϋπόθεση και όριο του συνταγματικά επιτρεπτού περιορισμού ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. (Σπηλιωτόπουλος (ανωτέρω), σελ. 103).
Στην Δημητρίου, η οποία υιοθέτησε τον λόγο της Χριστοδούλου, λέχθηκε ότι «. ο όποιος επηρεασμός των μετοχών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος και στην παρούσα περίπτωση, όπως ακριβώς και στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), ανάγονται στα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν προς όφελος των ίδιων των τραπεζών, προς τις οποίες και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της Τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσης της.» Συνέχισε, υπογραμμίζοντας πως: «Είναι αδιαμφισβήτητο, ότι δεν ομιλούμε για μετόχους οποιασδήποτε τράπεζας ή οποιουδήποτε ιδρύματος, αλλά για μετόχους συγκεκριμένων τραπεζών: της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, που υπόκειντο σε εξυγίανση και οι οποίοι, επαναλαμβάνουμε, επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων. Ακριβώς όπως και στην Χριστοδούλου, τα προσβαλλόμενα Διατάγματα αφορούν τις τράπεζες που ως αυτοτελής νομικές οντότητες είναι διάφορη από τους μετόχους και διευθυντές της (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (1997) 3 Α.Α.Δ. 36, 43). Η εταιρεία δεν είναι ούτε αντιπρόσωπος, ούτε εμπιστευματοδόχος ή εκπρόσωπος των μετόχων της. Bank of Cyprus (Holdings) Ltd v. R. (1985) 3 C.L.R. 1883.» Κατέληξε δε ότι η σχέση μετόχων και εταιρείας είναι συμβατική και ο όποιος ενδεχόμενος επηρεασμός των μετόχων, λόγω της μείωσης της αξίας των μετοχών που κατέχουν, είναι έμμεσος. Ότι ο αμετάβλητος πυρήνας του δικαιώματος επί της μετοχής παραμένει, ενώ ο όποιος περιορισμός του μεταβλητού περιεχομένου των δικαιωμάτων που απορρέουν εκ της μετοχής, όπως επιβλήθηκαν από τον Νομοθέτη, μπορεί να αποζημιωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών, βάσει του άρθρου 3 του Νόμου.
Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα η αναφορά στο σύγγραμμα Π.Δ. Δαγτόγλου, «Γνωμοδοτήσεις», έκδοση 1999, όπου στη σελίδα 169 τονίζεται πως «. η μετοχή δεν έχει τον απόλυτο χαρακτήρα της ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά είναι ένα δικαίωμα με ριζικώς διάφορο εκάστοτε περιεχόμενο και χωρίς καν το χαρακτηριστικό της απόλυτης προστασίας έναντι τρίτων ιδιωτών. Η σχετικότης αυτή της μετοχής προκύπτει από τον διαφοροποιημένο νομοθετικό καθορισμό της και συνεπάγεται μια κατ΄ ανάγκη ελαττωμένη συνταγματική προστασία. ... Οι νομοθετικές λύσεις που δίνονται δεν αποσκοπούν απλώς στην προστασία του μετόχου αλλά την λειτουργικότητα της εταιρείας και την προστασία του προσωπικού των μικρών μετόχων, των δανειστών της και του κοινού, καθώς και την εν γένει προστασία και πρόοδο της εθνικής οικονομίας. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ευλόγως ότι οι εκάστοτε λύσεις των νομοθετικών προβλημάτων των ανωνύμων εταιρειών δημιουργούν απαραβίαστα «κεκτημένα» δικαιώματα των hic et nunc μετόχων, απομονώνονται δηλαδή και δεν μπορούν να θιγούν παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις και στο πλαίσιο της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.»
Κρίνουμε, συνεπώς, πως δεν έχει καταδειχθεί καταφανές σφάλμα ή αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη αρχή δικαίου, η οποία να επιτρέπει την απόκλιση από το δικαστικό προηγούμενο της Χριστοδούλου (ανωτέρω). Ούτε έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή ουσιώδης μεταβολή περιστάσεων στις οποίες στηρίζεται η αρχή δικαίου, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός μεταβολής των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων ώστε να απαιτείται αναθεώρηση της προηγούμενης προσέγγισης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι αποφάσεις Χριστοδούλου (ανωτέρω) και Δημητρίου (ανωτέρω) πραγματεύονται τα ίδια διατάγματα, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης της πρωτόδικης απόφασης και, κατ' επέκταση, της παρούσας έφεσης.
Η απόκλιση ή απομάκρυνση από προηγούμενη δικαστική απόφαση επιτρέπεται οποτεδήποτε διαπιστώνεται ότι οδηγεί σε καταφανώς άδικα αποτελέσματα και ότι η αρχή την οποία ενσωματώνει είναι αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη (απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Παραπομπή Αρ. 3/24, ημερ. 30.10.2024). Το Διοικητικό Δικαστήριο είχε υποχρέωση να ακολουθήσει, ως όφειλε, τις δεσμευτικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν από την Ολομέλεια του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στα πλαίσια των λόγων έφεσης, εγείρεται η θέση για στέρηση του δικαιώματος των Εφεσειόντων για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, σε σχέση με κατοχυρωμένα, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, δικαιώματά τους, θέση την οποία, κατ' ισχυρισμό, δεν εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Δεν ευσταθεί η εν λόγω αιτίαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη θέση αυτή και, ως απάντηση, παρέθεσε απόσπασμα από την Χριστοδούλου (ανωτέρω), το οποίο κατέληγε πως:
«Ουδόλως λοιπόν επηρεάζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου από τη θεώρηση ότι, ως προς αυτούς εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου και ότι οι αιτιάσεις τους εμπίπτουν όχι στο δημόσιο αλλά στο ιδιωτικό δίκαιο. Απεναντίας, ενώ ο αναθεωρητικός έλεγχος, ως έλεγχος νομιμότητας, έχει αναλόγως περιορισμένη εμβέλεια, οι αστικές διαδικασίες προσφέρονται ιδιαιτέρως προς διάγνωση κάθε θέματος που μπορεί να είναι σχετικό και απευθύνονται στην ουσία του πράγματος. Και σαφώς δεν πρέπει να συγχίζεται ο καθορισμός της ορθής δικαιοδοσίας με την ουσία των δικαιωμάτων.»
Συμπέρανε δε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως:
«... οι αιτητές μπορούν να προσφύγουν στα πολιτικά Δικαστήρια, τα οποία θα κρίνουν τη νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων είτε των Τραπεζών, είτε του Κράτους, είτε των Ευρωπαϊκών Οργάνων και άλλων, με αναφορά τόσο σε συνταγματικές, όσο και σε ευρωπαϊκές διαστάσεις.
Εν πάση δε περιπτώσει, οι αιτητές έχουν επίσης τη δυνατότητα, εφόσον δεν ικανοποιούνται από την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως πρωτόδικου Δικαστηρίου, να ζητήσουν αναθεώρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Επομένως, δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των αιτητών, είτε σε αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη, είτε σε δίκαιη δίκη.»
Συμφωνούμε με όσα ανωτέρω καταγράφηκαν, χωρίς να υπάρχει ανάγκη οποιασδήποτε εφετειακής προέκτασης.
Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 4 απορρίπτονται.
Προέβαλαν περαιτέρω, οι Εφεσείοντες, δια του πέμπτου λόγου έφεσης, ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέτυχε να αντιληφθεί και/ή έκρινε ότι δεν παραβιάστηκαν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα των Εφεσειόντων, το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη και για πρόσβαση σε αποτελεσματική θεραπεία, τα οποία προστατεύονται από τα Άρθρα 6 και 13 του ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30 του Συντάγματος.
Επανέλαβαν, ως αιτιολογία τούτου του λόγου, μέρος της αιτιολογίας των προηγούμενων λόγων, όπως ανωτέρω εξετέθησαν. Δεν έχουμε ο,τιδήποτε άλλο να προσθέσουμε, εκτός από το να επαναλάβουμε όσα αμέσως ανωτέρω λέχθηκαν για το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο.
Επιπρόσθετα προς τα ανωτέρω, οι Εφεσείοντες προβάλλουν, ως στοιχεία παραβίασης των ανωτέρω Άρθρων, τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση των υποθέσεων τους, σε αντίθεση με άλλη ομάδα προσφυγών, οι οποίες εκδικάστηκαν από το τότε Ανώτατο Δικαστήριο, από το 2013.
Επικαλείται, προς τούτο, η συνήγορος των Εφεσειόντων, προς υποστήριξη των θέσεών της, τις αποφάσεις Zimmerman and Steiner v. Switzerland, ΕΔΑΔ, Αίτηση αρ. 8737/79, ημερ. 13.07.1983 και Guineho v. Portugal, EΔΑΔ, Αίτηση αρ. 8990/80, ημερ. 10.7.1984. Στην πρώτη, περίοδος τριάμισι χρόνων, κατά την οποία ήταν στάσιμη, θεωρήθηκε υπερβολική καθυστέρηση, ενώ στη δεύτερη τονίστηκε ότι όταν η αδράνεια αφορά συνήθεις διαδικαστικές πράξεις, πολύ δύσκολα δικαιολογείται τέτοια καθυστέρηση.
Στον αντίποδα των εισηγήσεων αυτών, προβάλλει η θέση των συνηγόρων των Εφεσιβλήτων ότι, όπως είναι νομολογημένο, κατά την εξέταση της ύπαρξης ή όχι καθυστέρησης γίνεται εξέταση των πραγματικών περιστατικών και παραγόντων που καλύπτουν την κάθε υπόθεση και μετά υπολογίζονται οι σωρευτικές της επιπτώσεις (Κρίνος Θεοχάρους v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 22).
Αποτελεί παγίως νομολογημένη αρχή ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά, χωρίς να υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο να θεωρείται εύλογο για εκδίκαση της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός ότι αυτή αποτελεί μια από τις πολλές προσφυγές που καταχωρήθηκαν σε σχέση με τα επίδικα διατάγματα. Εκδικάστηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου 89 προσφυγές και 244 από την Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου.
Στην Χριστοδούλου (ανωτέρω) αποφασίστηκε η εκδίκαση των πρώτων, σε χρόνο, καταχωρηθέντων 59 προσφυγών και εξεδόθη απόφαση στις 7.6.2013, η οποία έκρινε τη σχέση καταθέτη και τράπεζας. Η παρούσα έφεση αφορούσε προσφυγές οι οποίες καταχωρήθηκαν Μάϊο και Ιούνιο του 2013 και συνεπώς, χρονικά, δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν στις συνεκδικσθείσες στην Χριστοδούλου.
Ακολούθησε η εκδίκαση άλλων προσφυγών, μετόχων της Τράπεζας Κύπρου, στην Δημητρίου (ανωτέρω), με το γνωστό αποτέλεσμα της απόφασης, στις 9.10.2014. Μετά ταύτα, μερικοί αιτητές απέσυραν τις προσφυγές τους και κλήθηκαν, από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι συνήγοροι των εναπομείναντων προσφυγών να καθορίσουν τη θέση τους, ενόψει του αποτελέσματος στις δύο αποφάσεις της Ολομέλειας.
Οι προσφυγές τέθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε μονομέλειες και, αργότερα, ενώπιον της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο, εν τω μεταξύ, είχε ιδρυθεί.
Διαπιστώθηκε ότι μερικές προσφυγές δεν είχαν επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και αναμένετο να συμπληρωθεί η διαδικασία επίδοσης.
Παρά το ότι παρατηρήθηκε σχετική καθυστέρηση, ωστόσο ούτε αδράνεια και στασιμότητα παρατηρήθηκε, ούτε η φύση της διοικητικής πράξης εντασσόταν στις συνήθεις πράξεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται καθημερινά από τα Δικαστήρια, με συνέπεια να διαφοροποιούνται τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης από τις αναφερθείσες αποφάσεις του ΕΔΑΔ, κυρίως την Zimmerman (ανωτέρω) όπου ο αιτητής ήταν υπόδικος. Εξάλλου η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν ισοδυναμεί με καταπάτηση συνταγματικού δικαιώματος υπό την έννοια της δυσμενούς διάκρισης, ιδίως όταν δεν προβάλλεται ή εξειδικεύεται οιαδήποτε δυσμενής επίπτωση στα δικαιώματα των εφεσειόντων.
Ο σχετικός λόγος έφεσης είναι έκθετος σε απόρριψη και απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης (6ος), οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι, εσφαλμένα, επιδικάστηκαν έξοδα εναντίον τους και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να ακολουθήσει την Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επιδίκασε έξοδα. Αυτό συνιστά, κατά τη θέση τους, ακόμη ένα στοιχείο, πέραν της καθυστέρησης, δυσμενούς διάκρισης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
Έχει, ανωτέρω, εκτεθεί το ιστορικό της διαδικασίας εκδίκασης. Κατά την έκδοση της απόφασης στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), το ζήτημα ήταν καινοφανές και αυτό ώθησε το Δικαστήριο στην απόφαση για μη επιδίκαση εξόδων.
Ήδη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας, εκδόθηκαν άλλες δύο αποφάσεις, οι οποίες επέλυαν τα επίδικα ζητήματα. Οι Εφεσείοντες επιθυμούσαν, και είχαν κάθε δικαίωμα, να ακουστούν. Αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε το παράπονό τους ότι, ενώ υπέστησαν, ως αποτέλεσμα του επίδικου διατάγματος, ζημιά, θα επιβαρυνθούν και με περαιτέρω έξοδα. Όμως: Το ζήτημα έπαυσε να είναι καινοφανές. Το αποτέλεσμα των αποφάσεων της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προδιέγραψε την πορεία των εξελίξεων και του αποτελέσματος. Σεβαστή η επιθυμία να μην αποσύρουν την προσφυγή τους, όπως άλλοι οι οποίοι το έπραξαν προηγουμένως χωρίς επιδίκαση εξόδων, όμως η εκδίκαση μιας υπόθεσης αναπόφευκτα οδηγεί και σε διαταγή για έξοδα, η οποία, εκτός αποχρώντος λόγου, ακολουθεί το αποτέλεσμα. Όπως ορθά έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, εάν κρίνουμε από το μικρό ποσό που επιδίκασε, αντιμετώπισε με επιείκεια τους Εφεσείοντες.
Εν κατακλείδι, υιοθετώντας το λόγο των Χριστοδούλου και Δημητρίου, κρίνουμε πως οι επίδικες πράξεις εντάσσονται στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία εκδίκασης των συνεκδικαζομένων προσφυγών, μεταξύ αυτών της κρινόμενης.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €2000, πλέον ΦΠΑ, υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον των Εφεσειόντων.
Α. Ρ. Λιάτσος, Π.
Δ. Σωκράτους, Δ.
Η. Γεωργίου, Δ.
/μσ