ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2016)

 

28 Μαρτίου, 2025

 

[ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Εφεσείων

ν.

 

MAN CONTRACTORS AND DEVELOPERS LTD

 

Εφεσίβλητης

_________________

Λ. Σιακαλλή (κα) για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

_________________

ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.:   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.

_________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Η εφεσίβλητη, εργοληπτική εταιρεία, είχε καταχωρίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή εναντίον του εφεσείοντα, με την οποία αξίωνε το ποσό των €89.269,04, πλέον Φ.Π.Α., για εκτελεσθείσες,  δυνάμει γραπτής συμφωνίας, εργασίες «σε υπό ανέγερση υπόγειο οικοδομής που βρίσκεται στην Αγλαντζιά». Η συμφωνία είχε συναφθεί στις 16.6.2006 μεταξύ εφεσίβλητης και εφεσείοντα, ιδιοκτήτη του τεμαχίου γης επί του οποίου θα ανεγειρόταν η οικοδομή. Για τις εν λόγω οικοδομικές εργασίες/οικοδομικό έργο, είχαν εκδοθεί στο παρελθόν οι προβλεπόμενες από τον νόμο άδειες, οι οποίες έληγαν στις 30.7.2006.

 

Με δεδομένο ότι στην καταρτισθείσα γραπτή συμφωνία υπήρχε όρος ότι η εφεσίβλητη θα προέβαινε στις αναγκαίες διαδικασίες για ανανέωση της άδειας οικοδομής, οι οποίες θα έπρεπε να ελάμβαναν χώρα το αργότερο μέχρι τις 22.6.2006, ο εφεσείων με το δικόγραφο  υπεράσπισης του είχε υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε από την εφεσίβλητη, και κατ΄ επέκταση υπήρξε παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της. Εν κατακλείδι, ο εφεσείων είχε αξιώσει απόρριψη της αγωγής ως «νομικά και πραγματικά αβάσιμης και αστήρικτης».

 

Με ανταπαίτηση του είχε αξιώσει αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές που αυτός υπέστη συνεπεία της κατ΄ ισχυρισμόν παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους της εφεσίβλητης. Στο δικόγραφο του περιλαμβανόταν και αξίωση «για την δυσφορία ή/και ψυχική αναστάτωση (mental distress) ή/και ταλαιπωρία ή/και ενόχληση (annoyance) ή/και απογοήτευση που εξακολουθεί να υφίσταται», αφού η δικογραφημένη του θέση ήταν ότι «οι ελαττωματικές ή/και πλημμελής εργασίες καθώς και η όλη προσπάθεια για αποκατάσταση τους από τον εναγόμενο προκάλεσε ή/και συνεχίζει να προκαλεί δυσφορία ή/και ψυχική αναστάτωση (mental distress) στον Εναγόμενο ή/και αφάνταστη ταλαιπωρία ή/και ενόχληση (annoyance) ή/και απογοήτευση σε αυτόν». Συνάγεται από τα πιο πάνω, πως ο εφεσείων, με το δικόγραφο του, παραδεχόταν πως η εφεσίβλητη είχε εκτελέσει, δυνάμει της συναφθείσας συμφωνίας, εργασίες. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφαση που τώρα προσβάλλεται, σημείωσε πως «η ακρόαση ήταν αχρείαστα χρονοβόρα με την μακρά και επίπονη μαρτυρία αρκετών μαρτύρων και την κατάθεση πολλών εγγράφων ως τεκμήρια», εξήντα οκτώ τον αριθμό, τα οποία και παραθέτει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Με αφορμή τα πιο πάνω, να επαναλάβουμε ότι η διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες και εντός του ορθού πλαισίου, είναι πρωταρχική ευθύνη του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Εκεί όπου διαπιστώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία παρεκτρέπεται ή παρατείνεται αδικαιολόγητα, το εκδικάζον Δικαστήριο παρεμβαίνει.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του, στην οποία περιλαμβανόταν και μαρτυρία πραγματογνωμόνων, και αφού καθοδηγήθηκε από τη νομολογία που αφορά στον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας και των τελευταίων, προέβη σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Στη βάση αυτών, κατέληξε ότι η εφεσίβλητη απέδειξε την υπόθεση της, ότι δηλαδή αυτή είχε εκτελέσει τις εργασίες, ως η συμφωνία προέβλεπε, και για τις οποίες γινόταν αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Βρήκε ακόμη, ότι για τις εν λόγω εκτελεσθείσες εργασίες είχε εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου πιστοποιητικό πληρωμής ημερ. 12.12.2006 (Τεκμήριο 5), το οποίο υπεβλήθη  για πληρωμή στον εφεσείοντα, ο οποίος όμως παρέλειψε να το πληρώσει.  Στην Έκθεση Απαίτησης γινόταν ειδική αναφορά στην έκδοση και παράδοση του εν λόγω πιστοποιητικού και στην πιο πάνω παράλειψη του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε για συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους παραθέτει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, τα όσα η πλευρά του εφεσείοντα είχε προβάλει κατά την ακρόαση, τόσο για το εν λόγω πιστοποιητικό όσο και για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στην απόφαση:

 

«Καμία από τις προαναφερθείσες αιτιάσεις δεν αποδυναμώνει την ισχύ του τεκμηρίου 5 και πολύ περισσότερο την εν γένει αξίωση της ενάγουσας, η οποία, όπως προανέφερα, συναποτελείται και από τα όσα αποδείχθηκαν από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 3. Ενταγμένο στο σύνολο της μαρτυρίας, φρονώ, ότι, το εν λόγω πιστοποιητικό είναι αρκούντως σαφές και λεπτομερές για να συνδράμει στη δημιουργία υποβάθρου απαίτησης και τούτο, παρά το γεγονός, ότι, η συμφωνία (τεκμήριο 4), δεν καταπιάνεται ρητά με την ισχύ και υπόσταση του. Το ότι δεν εκδόθηκαν και άλλα πιστοποιητικά προηγουμένως, ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα του συγκεκριμένου πιστοποιητικού. Απλά, μπορεί να λεχθεί, ότι, ο όρος για ανά μήνα έκδοση πιστοποιητικού, στην πορεία και στην πράξη, αδρανοποιήθηκε.»

 

 

Να σημειώσουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια, τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη, του είχε αναφέρει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό πληρωμής (Τεκμήριο 5), «ήταν απλά μια κοστολόγηση των εργασιών και δεν θα έπρεπε να πληρώσει οτιδήποτε μέχρι να εκδοθούν οι νέες άδειες».

 

 Εν κατακλείδι, στην απαίτηση εξέδωσε απόφαση προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα για το ποσό των €89.269,04, πλέον Φ.Π.Α., πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Εξέδωσε όμως και απόφαση για μέρος της ανταπαίτησης προς όφελος του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης για το ποσό των €31.435, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €28.834, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα.

 

Και οι δύο διάδικοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι από την πρωτόδικη απόφαση, εξού και η καταχώριση εκ μέρους του εναγόμενου έφεσης, και εκ μέρους της ενάγουσας εργοληπτικής εταιρείας, αντέφεσης.

 

Ο εφεσείων, με εννέα λόγους έφεσης, αμφισβητεί την ορθότητα τόσο της απόφασης που εξεδόθη εναντίον του, αλλά και της απόφασης που εξεδόθη προς όφελος του στην ανταπαίτηση, αφού θεωρεί, για συγκεκριμένους λόγους, ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν του επεδίκασε και άλλες αποζημιώσεις, συναρτώμενες με συγκεκριμένες κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές που παραθέτει, θέματα στα οποία θα κάνουμε αναφορά στη συνέχεια.    

 

Η εφεσίβλητη, με δύο λόγους αντέφεσης, προσβάλλει την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εξεδόθη εναντίον της στην ανταπαίτηση. Ουσιαστικά θεωρεί ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή είχε οιανδήποτε ευθύνη «λόγω ύπαρξης υπογείων υδάτων στην περιοχή»,  όταν μάλιστα η θέση της αλλά και το εύρημα του Δικαστηρίου, ήταν ότι οι εργασίες είχαν εκτελεστεί σύμφωνα με τα «κατασκευαστικά σχέδια και/ή τα εν ισχύι αρχιτεκτονικά σχέδια», ως η συμφωνία προέβλεπε.

 

Προχωρούμε να εξετάσουμε τον τέταρτο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο «λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε να αξιολογήσει ή/και να αποδεχθεί τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα-επιμετρητή ποσοτήτων των εναγόντων, κ. Κοννίδη, και το Τεκμήριο 16 ως αξιόπιστη ..» . Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε για τον εν λόγω πραγματογνώμονα τα ακόλουθα:

 

«Ο Μ.Ε.3 επίσης μου προξένησε καλή εντύπωση και αποδέχομαι έτσι τη μαρτυρία του και μαζί την έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 16) σε σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία. Το γεγονός, ότι, η εν λόγω έκθεση δεν ταυτίζεται πλήρως, από πλευράς ακολουθητέας δομής και αριθμητικού αποτελέσματος, με το πιστοποιητικό πληρωμής (τεκμήριο 5), όχι απλώς δεν αποτελεί στοιχείο αναξιοπιστίας είτε του ενός είτε του άλλου, ως εισηγήθηκε η κυρία Σιακαλλή στην αγόρευση της, αλλά, αντίθετα, δεικνύει έλλειψη προσυνεννόησης και αξιοπιστίας. Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές και αποκλίσεις τόσες και τέτοιες που να δικαιολογούν απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας. Για τις όποιες μικρο-διαφορές δόθηκαν οι απαιτούμενες απαντήσεις. Απαντήσεις και μάλιστα πειστικές, δόθηκαν σε σχέση και με την υπόδειξη της      κας Σιακαλλή, ότι, η οικοδομή ήταν σε κάποιο βαθμό πλημμυρισμένη κατά την επίσκεψη του στις 5.2.2008, κάτι το οποίο -  κατά την υπόδειξη - τον εμπόδιζε, να προβεί σε ορθολογιστική εκτίμηση της εκτελεσθείσας εργασίας. Επί τούτου, ο μάρτυρας εξήγησε, πως καθόλου δεν τον εμπόδισε η ύπαρξη νερού στην οικοδομή, αφού, τα έργα που είχαν εκτελεστεί ήταν βάσει των στατικών σχεδίων και φαινόντουσαν (δηλαδή η εκσκαφή, το μπετόν, ο οπλισμός, ο ξυλότυπος κ.α.). Αρχιτεκτονικά, δεν είχε γίνει κανένα έργο.»

 

 

 

Καθίσταται σαφές πως το πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο έκρινε  ως μάρτυρα αληθείας τον εν λόγω πραγματογνώμονα, αλλά απεδέχθη και τη μαρτυρία του όσον αφορά στην αξία των εκτελεσθεισών, από την εφεσίβλητη, εργασιών, για τις οποίες είχε ετοιμάσει σχετική Έκθεση Εκτίμησης (Τεκμήριο 16), αφού προηγουμένως είχε επισκεφθεί και επιθεωρήσει την οικοδομή.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο γνώριζε πολύ καλά πώς έπρεπε να προσεγγίσει τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων και καθοδηγήθηκε ορθά από τη νομολογία, στην οποία μάλιστα παρέπεμψε. Απεδέχθη, για καλούς λόγους, τη μαρτυρία του συγκεκριμένου πραγματογνώμονα, για την οποία μάλιστα σημείωσε, κάτι που δεν αμφισβητείται, πως η εκτίμηση των εκτελεσθεισών εργασιών, στην οποία προέβη ο εν λόγω πραγματογνώμων, ουσιαστικά επιβεβαιωνόταν και από τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα που κάλεσε ο εφεσείων (Μ.Υ.5). Δεν διαπιστώνουμε περιθώριο παρέμβασης μας σε αυτό το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνεται εύλογο και δικαιολογημένο.

 

Στο βαθμό που άλλοι λόγοι έφεσης προσβάλλουν ευρήματα αξιοπιστίας και/ή σχετίζονται με τον τέταρτο λόγο έφεσης, κάτι στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, αυτοί απορρίπτονται, αφού εν προκειμένω τα ευρήματα αξιοπιστίας  δεν κρίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή παράλογα ή αυθαίρετα, αλλά ούτε και αντιστρατεύονται την κοινή λογική (Ψωμάς ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 312 και Μαγκλή ν. Δήμου Γερμασόγειας (1999) 2 Α.Α.Δ. 244).  Σε τέτοια περίπτωση, ως γνωστό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παρεμβαίνει.

 

Με τους λόγους έφεσης 1-3 ουσιαστικά προσβάλλεται η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να βασιστεί επί του πιστοποιητικού πληρωμής ημερ. 12.12.2006 (Τεκμήριο 5), που εξέδωσε ο αρχιτέκτων του έργου.  Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να προσδώσει οιανδήποτε αποδεικτική αξία και βαρύτητα στο εν λόγω πιστοποιητικό.

 

Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνούμε.  Καταλήγουμε πως το εν λόγω πιστοποιητικό πληρωμής, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη, προσέφερε έγκυρο έρεισμα για την αξίωση του ποσού. Άλλωστε, για το συγκεκριμένο πιστοποιητικό πληρωμής/αξίωση, όπως ορθά σημειώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην F.H.K. Hotels Hold. Ltd v. A.S. Air Control Ltd (1999) 1(Γ) 2159, «δεν προβάλλεται κανένας συγκεκριμένος ισχυρισμός στο δικόγραφο του εναγόμενου κατά της εν λόγω αξίωσης είτε σε σχέση με την υπόσταση και νομιμότητα της αξίωσης είτε σε σχέση με το ύψος του διεκδικούμενου ποσού. Υπάρχει απλώς μια γενική άρνηση ..». Ως εκ τούτου, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα στις «σκιές» που η Υπεράσπιση άφησε, κατά την ακροαματική διαδικασία, για την επάρκεια, και όχι μόνο, του αρχιτέκτονα που εξέδωσε το εν λόγω πιστοποιητικό.        

 

Προχωρούμε να εξετάσουμε μαζί τους λόγους έφεσης 5 και 9 λόγω της συνάφειας τους. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο εφεσείων διατείνεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφεσίβλητη δεν είχε ευθύνη «για την απώλεια της άδειας πολεοδομίας και οικοδομής του επίδικού ακινήτου ή/και ότι συμμορφώθηκε πλήρως με όλες τις διαδικασίες για ανανέωση τους με βάση τη σύμβαση εργολαβίας».  Κατ΄ επέκταση, με τον ένατο λόγο έφεσης διατείνεται πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το μέρος της ανταπαίτησης του που αφορούσε σε ζημιές που αυτός υπέστη «από την απώλεια των αδειών πολεοδομίας και οικοδομής».  Το πιο κάτω απόσπασμα από την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δικαιολογείται πλήρως από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη ως αξιόπιστη, καθιστά αβάσιμους και τους δύο πιο πάνω λόγους έφεσης.

 

«Επί του ζητήματος της καθυστέρησης και ειδικά σε σχέση με την έκδοση των αδειών, να σημειώσω επ' ευκαιρία και τα εξής: Όπως σωστά επισημαίνει στην αγόρευση τον, ο ευπαίδευτος συνήγορος της, η ενάγουσα, εκπλήρωσε τη συμβατική υποχρέωση τον όρου 4 της συμφωνίας (τεκμήριο 4) να προβεί σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες για την ανανέωση της άδειας οικοδομής μέχρι τις 22.6.2006. Το τεκμήριο 4 υπεγράφη στις 16.6.2006 και επομένως η προαναφερθείσα υποχρέωση δεν είναι δυνατό να αφορούσε την επί τον εδάφους, εκτέλεση εργασιών. Ήταν ουσιαστικά αδύνατο, σε διάστημα 6 ημερών, η ενάγουσα, να πετύχει την ανανέωση της άδειας οικοδομής ή ακόμα να ξεκινούσε και να προχωρούσε στον όποιο βαθμό τις εργασίες, έτσι ώστε, σε αυτό το διάστημα, η αρμόδια αρχή να ικανοποιείτο ότι οι εργασίες ήταν σε "ενεργό εκτέλεση". Ό όρος "διαδικασία" εναπόθετε στους ώμους της ενάγουσας την υποχρέωση - σε συνεργασία με τον εναγόμενο - να υποβάλει απλώς την αίτηση για παράταση της ισχύος της πολεοδομικής άδειας, η οποία με τη σειρά της ήταν προϋπόθεση για παράταση της ισχύς και της άδειας οικοδομής. Η αίτηση για παράταση, υποβλήθηκε από την ενάγουσα εκ μέρους του εναγομένου στις 19.6.2006 (τεκμήριο 6) και έτσι, υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τον προαναφερθέντα όρο. Το ότι στην πορεία η αίτηση απερρίφθη δεν οφείλεται σε μονομερή και αδικαιολόγητη ολιγωρία ή καθυστέρηση από πλευράς ενάγουσας έτσι ώστε να είναι δυνατό να της αποδοθεί ευθύνη είτε για την απόρριψη της αίτησης είτε για παράβαση οποιονδήποτε συμβατικού όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας.»

 

 

Σύμφωνα με τον έκτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προέβη σε εύρημα για το πότε ακριβώς ήρχισαν οι εργασίες στο ακίνητο και κατ΄ επέκταση εσφαλμένα κατέληξε «ότι οι εργασίες στο ακίνητο εκτείνονταν σε περίοδο πέντε μηνών και ότι ο εναγόμενος γνώριζε γι΄ αυτές».

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση της μαρτυρίας που απεδέχθη σημείωσε πως:

 

«Οι εργασίες στην οικοδομή, χωρίς να μπορεί να προσδιορισθεί από τη μαρτυρία ο ακριβής ρυθμός και η ημερομηνία υλοποίησης κάθε επιμέρους πτυχής αυτών, συνεχίστηκαν μέχρι και τις 12.12.2006. Σημειώνεται, ότι, στο μεσοδιάστημα αλλά και αργότερα, ο εναγόμενος ζητούσε διάφορες αλλαγές στον τρόπο κατασκευής του έργου. Στις 12.12.2006, εκδόθηκε το ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής του αρχιτέκτονα, το οποίο τέθηκε υπόψη του εναγομένου για πληρωμή».

 

 

 

Σε άλλο μέρος της πρωτόδικης απόφασης, καταγράφεται πως ο εφεσείων  «ήταν ενήμερος και είναι με τη δική του ρητή συναίνεση που οι εργασίες συνεχίζονταν και μετά την απόρριψη της αίτησης για παράταση της ισχύος της πολεοδομικής άδειας».

 

Με τον προσήκοντα σεβασμό, και ο πιο πάνω λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.  Η συμφωνία καταρτίσθηκε στις 16.6.2006 και οι εργασίες ήρχισαν αμέσως μετά τη σύναψη της. Η εφεσίβλητη λόγω μη πληρωμής του πιστοποιητικού ημερ. 12.12.2006 ανέστειλε τις εργασίες (σχετική είναι η επιστολή-Τεκμήριο 13) και ακολούθως τερμάτισε τη συμφωνία (σχετική είναι η επιστολή-Τεκμήριο 14). Ως εκ τούτου, δεν συμφωνούμε ότι τα πιο πάνω ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου προκαλούν σύγχυση, ως ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης εισηγείται. Να σημειώσουμε πως όταν η εφεσίβλητη ζήτησε με την επιστολή της ημερ. 4.7.2007 (Τεκμήριο 11), την πληρωμή του πιστοποιητικού ημερ. 12.12.2006, λέγοντας πως         «η πληρωμή καθυστερεί υπέρ του δέοντως», ο εφεσείων με επιστολή των δικηγόρων του  ημερ. 9.7.2007 (Τεκμήριο 12), όχι μόνο δεν ήγειρε οιονδήποτε θέμα που αφορούσε σε έναρξη, αναστολή και επάρκεια των εργασιών, αλλά δήλωνε πρόθυμος να πληρώσει το ποσό του πιστοποιητικού, μόλις η εφεσίβλητη, όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στην επιστολή, «του παραδώσει ανανεωμένη την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής». Μάλιστα, στην ίδια επιστολή γινόταν αναφορά πως άνευ βλάβης των θέσεων του, αυτός «θα ήταν διατεθειμένος να εξετάσει προσφορά σας για εργοληπτική ανέγερση της οικοδομής στη βάση πολεοδομικής και άδειας οικοδομής που θα εκδώσετε με βάση τα προηγούμενα σχέδια και όρους». 

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης ο εφεσείων διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να του είχε επιδικάσει ποσά «που αφορούν την εξόρυξη λάκκων και την εγκατάσταση αντλιών με σκοπό την αποστράγγιση του εργοταξίου, τα ποσά ύψους ΕΥΡΩ 950, ΕΥΡΩ 4.998, ΕΥΡΩ 850 και ΕΥΡΩ 3.450, ΕΥΡΩ 732,60, ΕΥΡΩ 950, ΕΥΡΩ 160 που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 40». 

Με τον όγδοο λόγο έφεσης θεωρεί πως έπρεπε να του είχαν επιδικαστεί ποσά «που αφορούν τον καθαρισμό νερού από το φρεάτιο ανελκυστήρα, για εργασίες στεγανοποίησης και για ζημιές στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση στο υπόγειο που επιδιορθώθηκαν στα πλαίσια της στεγανοποίησης, ύψους ΕΥΡΩ 1.778,40, ΕΥΡΩ 160, ΕΥΡΩ 549,32 και ΕΥΡΩ 900, ΕΥΡΩ 732,60, ΕΥΡΩ 950, ΕΥΡΩ 160, ΕΥΡΩ 1325 που εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 54.»

 

Η θέση του εφεσείοντα σε σχέση με τους δύο πιο πάνω λόγους έφεσης είναι ότι «Παρόλο που το Δικαστήριο προχωρεί να επιδικάσει αποζημιώσεις για ίδια κόστη και ζημιές, εντούτοις παραλείπει χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία να επιδικάσει τα πιο πάνω ποσά».    

 

Με δεδομένο ότι η εφεσίβλητη αμφισβητεί την ευθύνη που της καταλόγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξού και με την αντέφεση της ζητά παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης, θα αφήσουμε προς το παρόν τους δύο πιο πάνω λόγους έφεσης, για να τους εξετάσουμε στο πλαίσιο εξέτασης της αντέφεσης. 

 

Με τον πρώτο λόγο αντέφεσης, η εφεσίβλητη διατείνεται ότι «λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα περί ύπαρξης παραλείψεων και/ή κακοτεχνιών εκ μέρους της».  Συναφής με τον πρώτο, είναι ο δεύτερος λόγος αντέφεσης, σύμφωνα με τον οποίο «εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδικαστεί ποσό αποζημιώσεων εναντίον της ενάγουσας σε σχέση με ισχυριζόμενες κακοτεχνίες επί του κτιρίου».

 

Κατ΄ αρχάς, τo πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την ανταπαίτηση του εφεσείοντα στο σύνολο της, σημείωσε πως οι αξιώσεις του για αποζημιώσεις «για την δυσφορία ή/και ψυχική αναστάτωση (mental distress) ή/και ταλαιπωρία ή/και ενόχληση (annoyance) ή/και απογοήτευση που εξακολουθεί να υφίσταται», εγκαταλείφθηκαν, και ως εκ τούτου τις απέρριψε.  Η ορθότητα της πιο πάνω προσέγγισης του, δεν αμφισβητείται.

 

Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του εφεσείοντα, σημείωσε πως αυτές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στη μια κατηγορία εμπίπτουν αυτές οι οποίες απορρέουν από την κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της εφεσίβλητης «λόγω αφενός της αποτυχίας της να πετύχει παράταση της ισχύος των οικοδομικών αδειών και αφετέρου λόγω της μη ολοκλήρωσης του έργου εντός της καθορισμένης προθεσμίας», και στην άλλη κατηγορία «αυτές που απορρέουν από τις κατ΄ ισχυρισμόν κακοτεχνίες».

 

Σε σχέση με τις αξιώσεις της πρώτης κατηγορίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε πως δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη στην εφεσίβλητη για την καθυστέρηση, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι γι΄ αυτές δεν ευθυνόταν η εφεσίβλητη, αλλά ο εφεσείων, ο οποίος ζητούσε να γίνουν αλλαγές, χωρίς αυτός να καθορίζει «επιτακτικά εύλογο χρόνο για υλοποίηση τους». Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ευθύνη εκ μέρους της εφεσίβλητης, ούτε και για τη μη ανανέωση των οικοδομικών αδειών.  Κατ΄ επέκταση, απέρριψε τις εν λόγω αξιώσεις.  Η εν λόγω προσέγγιση του έχει ήδη κριθεί ορθή στη βάση των δικαιολογημένων ευρημάτων αξιοπιστίας στα οποία προέβη.

 

Σε σχέση με τις αξιώσεις οι οποίες εμπίπτουν στη δεύτερη κατηγορία, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ διαπιστώνει πως στα αρχιτεκτονικά σχέδια δεν προβλεπόταν η τοποθέτηση «waterstops» στο καλούπι των τοίχων προτού γίνει σκυροδέτηση, και πως «δεν φαίνεται να δόθηκαν οδηγίες από τον σχεδιαστή και τον επιβλέποντα μηχανικό για την τοποθέτηση τέτοιων», εντούτοις, καταλογίζει γι΄ αυτό το θέμα, ευθύνη στην εφεσίβλητη, η οποία είχε εκτελέσει τις εργασίες συμμορφούμενη πλήρως με τα αρχιτεκτονικά σχέδια, ως είχε συμβατική υποχρέωση. Να σημειώσουμε πως υπήρχε ρητός όρος στη συμφωνία, πως «ο εργοδότης επιθυμεί να κατασκευάσει το υπόγειο και έχει φροντίσει ώστε τα Σχέδια τα οποία δεικνύουν και περιγράφουν τις προς εκτέλεση Εργασίες να ετοιμασθούν αντιστοίχως από τον αρχιτέκτονα ο οποίος καθορίζεται εις την παρ. 3 του παρόντος συμφωνητικού εγγράφου».  

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο για να καταλογίσει ευθύνη στην εφεσίβλητη, σημείωσε, στη σελ. 37 της απόφασης του, πως αυτή «όφειλε να κρούσει τον κώδωνα τόσο στον ιδιοκτήτη όσο και στον αρχιτέκτονα για τα προβλήματα που ανέκυπταν» συνεπεία της ύπαρξης υπόγειων υδάτων στην περιοχή, η οποία ήταν «ευρέως γνωστή». Όμως τέτοια συγκεκριμένη δικογραφημένη θέση, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη είχε καθήκον να ενημερώσει τον εφεσείοντα, αλλά και τον αρχιτέκτονα, για «προβλήματα που ανέκυπταν», και ότι συνεπεία της μη ενημέρωσης, ο εφεσείων υπέστη ζημιές, δεν υπήρξε. Τουναντίον, η δικογραφημένη θέση του εφεσείοντα, κάτω από τις «Λεπτομέρειες αμέλειας ή/και παραλήψεων ή/και κακοτεχνιών της ενάγουσας στο έργο» για το θέμα αυτό, ήταν ότι η εφεσίβλητη:

«η)   Παρέλειψε ή/και αμέλησε να ενημερώσει τον Εναγόμενο για την ύπαρξη υπόγειων νερών στο ακίνητο ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα ή/και αναγκαία μέτρα ή/και να γίνουν απαραίτητες μελέτες αποστράγγισης του νερού ή/και για κατασκευή του υπογείου χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος της εισροής νερού ή/και απορρόφησης υγρασίας από τους τοίχους και πατώματα υπογείου ή/και των θεμελίων της οικοδομής.»

       [Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]

Και ότι «οι πιο πάνω παραλείψεις ή/και αμέλεια ή/και κακοτεχνίες της ενάγουσας στο έργο προκάλεσαν στον εναγόμενο ζημιά ή/και απώλεια ..».

 

Με άλλα λόγια, ο εφεσείων στο δικόγραφο του είχε καταλογίσει ευθύνη στην εφεσίβλητη για το γεγονός ότι αυτή δεν τον ενημέρωσε για την ύπαρξη υπόγειων υδάτων, για να μπορέσει, σύμφωνα πάντα με το δικόγραφο, να προβεί ο ίδιος στις απαραίτητες ενέργειες και μελέτες για την ανέγερση του υπογείου με τρόπο, άλλο από αυτόν που καθόριζαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και η γραπτή συμφωνία. Αλλαγές και τροποποιήσεις για τις οποίες ο ίδιος ο εφεσείων θα αναλάμβανε το οικονομικό κόστος, εάν υπήρχε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε αυτά έπρεπε να είχε επικεντρωθεί και όχι σε θέματα που δεν ήταν δικογραφημένα (Μάριος Σ. Πουλλά ν. Χριστάκη Κλεόπα, Πολ. Έφ. Αρ. 124/2015 (Σχ. με Πολ. Έφ. 125/2015), ημερ. 29.4.2024).

 

Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να σημειώσουμε πως υπάρχει δικαιολογημένο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι εκπρόσωπος της εφεσίβλητης «πληροφόρησε ρητά τον εναγόμενο για την ύπαρξη υπόγειων υδάτων στην περιοχή προτού ξεκινήσουν τα κατασκευαστικά έργα» (σελ. 21 της απόφασης). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το πιο πάνω δικαιολογημένο εύρημα του Δικαστηρίου, ο εφεσείων γνώριζε για την ύπαρξη των υπόγειων υδάτων στο ακίνητο του, πριν από την έναρξη των κατασκευαστικών έργων και/ή εργασιών, και επομένως θα μπορούσε να είχε λάβει, εάν επιθυμούσε, με δικό του κόστος, όλα εκείνα τα απαραίτητα και/ή αναγκαία μέτρα και/ή μελέτες αποστράγγισης του εδάφους, και όχι  μόνο, για τα οποία ο ίδιος κάνει αναφορά στο δικόγραφο του, ως δική του υποχρέωση, σε περίπτωση που ενημερωνόταν για την ύπαρξη των υπόγειων υδάτων. 

 

 Υπό το φως της πιο πάνω καθοριστικής κατάληξης μας, δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε τη θέση του εφεσίβλητου, ότι «έγινε παραδεκτό γεγονός ότι το 2009 ανέλαβε την ολοκλήρωση του υπογείου και συνακόλουθα της οικοδομής η εταιρεία FAKAS. Συνεπώς δεν  είχε το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώπιόν του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ποιου εκ των δύο εργολάβων η ισχυριζόμενη αμέλεια ήταν που οδήγησε στην ισχυριζόμενη ζημιά. Το αντίθετο μάλιστα. Η Μ.Υ.3 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιων εκ των δύο οι παραλείψεις οδήγησαν στο αποτέλεσμα το οποίο βρίσκεται το ακίνητο, γεγονός που δεν λήφθηκε υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο».  Το ίδιο ισχύει και για το παράπονο του εφεσίβλητου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι αυτή είχε εκτελέσει τις εργασίες, ως η συμφωνία προέβλεπε, βασιζόμενη «στα κατασκευαστικά σχέδια και/ή στα εν ισχύι αρχιτεκτονικά σχέδια».

 

Όμως, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ανταπαίτηση, είναι τρωτή και για άλλο λόγο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημειώνει πως θα πρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης και ζημιάς, και ότι είναι καθήκον του διαδίκου που επικαλείται τις ζημιές να τις αποδείξει. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του:

 

«Το εύρημα ευθύνης όμως δεν εξυπακούει και την αυτόματη επιδίκαση της όποιας αξίωσης. Θα πρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης και ζημιάς (βλ. M.C.JEWELLERY LTD v. UNICARS (2010) 1Γ Α.Α.Δ 1477). Πέραν της αιτιώδους συνάφειας, είναι ευθύνη του διαδίκου να θέτει τις αξιώσεις τον ενώπιον του Δικαστηρίου, με ευκρίνεια, και συγκρότηση και εκεί όπου πρόκειται για ειδικές ζημιές, να τις αποδεικνύει με αυστηρότητα (βλ. Πουργονρίδης ν.  Εταιρεία Αναπτύξεως Γης Περικλής Κωνσταντίνου Λτδ (2009) 1Β Α.Α.Δ.784). Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου, με συνειρμούς και υποθέσεις να τις αλιεύει, μέσα από σπασμωδικές ή ανακόλουθες αναφορές στα δικόγραφα, τη μαρτυρία και τις αγορεύσεις.

 

Στην εδώ περίπτωση υπάρχει η ιδιαιτερότητα, ότι, μετά τη φυγή της ενάγουσας τον Ιούλιο του 2007, υπήρξε περίοδος αδράνειας μέχρι τις 2.2.2009, οπότε και υπεγράφη η νέα συμφωνία με τον δεύτερο εργολάβο, ήτοι την εταιρεία ΦΑΚΑΣ. Αυτή η συμφωνία προέβλεπε όχι μόνο την ολοκλήρωση του υπογείου αλλά και την ανέγερση ολόκληρης της οικοδομής. O εργολάβος αυτός ανέλαβε να παραδώσει στον εναγόμενο στεγανή οικοδομή (βλ. τεκ.30-σελ.12). H παράδοση έγινε περί τα τέλη του 2010. Απέτυχε πάντως να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα ο δεύτερος εργολάβος, με αποτέλεσμα, να υπάρξει διαφορά (αντικείμενο άλλης υπόθεσης), μεταξύ εναγομένου και δεύτερου εργολάβου. Δοθέντος τούτον, είναι αδύνατο, να επιδικαστούν στον εναγόμενο, δαπάνες που προέκυψαν μετά την ανάληψη ευθύνης, την ουσιαστική παρέμβαση και το πέρας των εργασιών από τρίτο πρόσωπο, οι οποίες, δεν μπορεί να συνδεθούν ευθέως με τις αρχικές παραλείψεις και κακοτεχνίες της ενάγουσας.

Ενδεικτικό της σύγχυσης και της δυστοκίας που υπάρχει στο ζήτημα αυτό, είναι το γεγονός, ότι, στη μαρτυρία τον εναγομένου και την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, η επιμέρους επεξήγηση και ο διαχωρισμός των δαπανών, διαφέρουν από τα εκτεθέντα στην Ανταπαίτηση όπως διαφέρουν, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, τα διεκδικούμενα ποσά (βλ. σελ.16-17 τον έγγραφου 2Α και σελ.41-42 της γραπτής αγόρευσης της κας Σιακαλλή). Οι δαπάνες, οι οποίες σύμφωνα με τη μαρτυρία, μπορεί να αποδοθούν στις παραλείψεις και κακοτεχνίες της ενάγουσας και οι οποίες καλύπτονται από το δικόγραφο είναι οι εξής:

 

1- Καθαρισμό/άντληση νερού από το υπόγειο κατά το έτος 2008 (€843, €630, €850 και €278 = €2.601 

     πλέον ΦΠΑ) - καλύπτονται από το τεκμήριο 40.

 

2.   Αμοιβή δεύτερου εργολάβου που σχετίζεται με τα προβλήματα υγρασίας και εισροής νερού που υπήρχαν (€6.840 - καθαριότητα/αποστράγγιση εργοταξίου, €5.472 - superplast κολόνων υπογείου, €5.130 - αποχετεύσεις, €750 - λάκκος για υπόγεια νερά, €950 έτερος λάκκος για υπόγεια νερά, €7.192 - στεγανοποίηση υπογείου, €2.500 - καθαρισμός υπογείου = €28.834 πλέον ΦΠΑ) - καλύπτεται από το τεκμήριο 48.»

 

[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]

 

Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν διευκρινίζει στην απόφαση του, πώς και γιατί οι συγκεκριμένες δαπάνες, για τις οποίες εξέδωσε απόφαση στην ανταπαίτηση,  διαχωρίζονται από  τις υπόλοιπες συναφείς, και γιατί αυτές θα πρέπει να αποδοθούν «στις παραλείψεις και κακοτεχνίες της ενάγουσας». Η γενική αναφορά ότι «οι δαπάνες οι οποίες σύμφωνα με τη μαρτυρία μπορούν να αποδοθούν στις παραλείψεις και κακοτεχνίες της ενάγουσας», δεν αρκούσε. Με άλλα λόγια, στην απόφαση, δεν συσχετίζονται οι εν λόγω δαπάνες με συγκεκριμένη παράλειψη και/ή κακοτεχνία, όταν μάλιστα το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχει «σύγχυση και δυστοκία» σε σχέση με το ποιες δαπάνες προέκυψαν δυνάμει των παραλείψεων του πρώτου εργολάβου και ποιες δυνάμει των παραλείψεων του δεύτερου εργολάβου. Περαιτέρω, σύμφωνα με άλλο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο δεύτερος εργολάβος «απέτυχε να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα», με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά, αντικείμενο άλλης αγωγής μεταξύ εφεσείοντα και δεύτερου εργολάβου.

 

Δικαιολογημένα η εφεσίβλητη με την αντέφεση της υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για τις ζημιές στις οποίες έχει επιδικάσει αποζημιώσεις έχουν ευθύνη οι ενάγοντες στην πρωτόδικη διαδικασία αφού δεν προσκομίστηκε η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις μαρτυρία .» (Cypra Ltd v. Α. Γιάπας Λτδ (2015) 1(Β) 1017, 1028).

  

Εν κατακλείδι, η αντέφεση κρίνεται βάσιμη και επιτυγχάνει.               Η απόφαση στην ανταπαίτηση παραμερίζεται στο σύνολο της. Οι λόγοι έφεσης 7 και 8 καθίστανται άνευ αντικειμένου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς διαταγή για έξοδα.

 

Όλοι οι λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι. Η πρωτόδικη απόφαση στην απαίτηση επικυρώνεται ως ορθή.  

Η έφεση απορρίπτεται.  

 

Επιδικάζονται προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα €4.000 έξοδα έφεσης και αντέφεσης, πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει. 

 

 

                                                               Γ. Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.

 

 

                                                               Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

                                                               Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

 

/ΣΓεωργίου         

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο