ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 172/2023)
26 Μαρτίου 2025
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
Εφεσείων
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Μ. Γαβριηλίδης για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Ν. Παπούτσα (κα) για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος πρωτοδίκως σε 24 κατηγορίες με παραπονούμενους δύο αδέλφια, τους Γ.Ζ. και Π.Ζ. και συγκεκριμένα: (i) 11 κατηγορίες Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «Π.Κ.»), ήτοι του συνολικού ποσού των €21.800 από τον Γ.Ζ. κατά τις ημερομηνίες από 17.1.2022 - 31.1.2022, αναφέροντας του ότι θα του επέστρεφε τα ποσά μόλις εγκρίνετο δάνειο βάσει αίτησης που έκανε στην Τράπεζα Κύπρου, γνωρίζοντας ότι δεν είχε προωθηθεί αίτηση για δανειοδότηση (Κατηγορίες 1 έως 11), (ii) τρεις κατηγορίες Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των ίδιων Άρθρων, ήτοι του συνολικού ποσού των €6.500 από τον Γ.Ζ. αναφέροντας του ότι έτσι θα υποβοηθούσαν τον Jason David Ian Puncheon (εφεξής ο «Puncheon») αποστέλλοντας χρήματα στον λογαριασμό του ώστε εκείνος να νομιμοποιήσει και μεταφέρει στην Κύπρο χρήματα που είχε στο εξωτερικό, ενώ γνώριζε ότι δεν υφίστατο τέτοιο γεγονός (Κατηγορίες 12 - 14), (iii) δύο κατηγορίες Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των ίδιων Άρθρων, ήτοι του συνολικού ποσού των €45.001 από τον Γ.Ζ. αναφέροντας του ότι έπρεπε να κάνουν εμβάσματα ο ένας στον λογαριασμό του άλλου για να δικαιολογήσουν στην Ελληνική Τράπεζα τα χρήματα που θα κατέθετε ο Γ.Ζ. ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές (Κατηγορίες 15 και 16), (iv) μία κατηγορία Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των προνοιών του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν188(Ι)/07 σε σχέση με τα ποσά των Κατηγοριών 1 - 16 πιο πάνω (Κατηγορία 17), (v) μία κατηγορία Κλοπής κατά παράβαση του Άρθρου 255 του Π.Κ., ήτοι δύο πρωτότυπων συμφωνιών, πιστοποιητικού εγγραφής οχήματος και έντυπου μεταβίβασης αυτού (Κατηγορία 18), (vi) δύο κατηγορίες Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των πιο πάνω αναφερόμενων Άρθρων, ήτοι συνολικού ποσού €11.000 από τον Π.Ζ. στις 4.3.2022 και 21.3.2022 αναφέροντας του ότι θα υποβοηθούσαν τον Puncheon αποστέλλοντας χρήματα στον λογαριασμό του ώστε να νομιμοποιήσει και μεταφέρει στην Κύπρο χρήματα που είχε στο εξωτερικό, ενώ γνώριζε ότι δεν υφίστατο τέτοιο γεγονός (Κατηγορίες 19 και 22) και μία κατηγορία Απόπειρας Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις του ποσού των €12.000 από τον Π.Ζ. με την ίδια παράσταση (Κατηγορία 23), (vii) δύο κατηγορίες Απόσπασης Χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις κατά παράβαση των προαναφερόμενων Άρθρων του Π.Κ., ήτοι συνολικού ποσού €27.000 από τον Π.Ζ. αναφέροντας του ότι χρωστούσε χρήματα σε τοκογλύφους οι οποίοι απειλούσαν τον ίδιο και την οικογένεια του ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές (Κατηγορίες 20 και 21), και (viii) μία κατηγορία Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των προνοιών του Ν.188(Ι)/07 σε σχέση με τα ποσά των Κατηγοριών 19 - 22 (Κατηγορία 29).
Η καταδίκη προσβάλλεται με έξι Λόγους Έφεσης. Με τους Λόγους Έφεσης 1 και 2 προωθείται η θέση ότι αναιτιολόγητα κατέληξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο στο ότι είχαν αποδειχθεί οι ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με το δάνειο, την υποβοήθηση του Puncheon και τα εμβάσματα στην Ελληνική αφού τα όσα ο Εφεσείων είχε αναφέρει στους Γ.Ζ. και Π.Ζ. αποτελούσαν τις πραγματικές του προθέσεις. Με τους Λόγους Έφεσης 4 και 5 προβάλλεται η θέση ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι είχαν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της κλοπής και της νομιμοποίησης εσόδων και με τον Λόγο Έφεσης 3 η θέση ότι εσφαλμένα καταδικάστηκε ο Εφεσείων στις Κατηγορίες που αφορούσαν στον Puncheon και στα εμβάσματα στην Ελληνική Τράπεζα αφού αυτά αφορούσαν σε παράνομες δραστηριότητες των ιδίων των Παραπονουμένων. Με τους Λόγους Έφεσης 6 και 7 προσβάλλεται ουσιαστικά η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.
Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση ενός εκάστου ισχυρισμού του Εφεσείοντα, επισημαίνουμε την καλά εδραιωμένη στη νομολογία αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Αναστάση ν. Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/14, ημερ. 5.10.2023, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705, Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/22, ημερ. 29.2.2024). Παραθέτουμε απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 26/21 ημερ. 28.2.2024:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C.L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».
Στην υπό κρίση Έφεση θεωρούμε χρήσιμη την εξέταση του ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Κακουργοδικείο που άπτεται ειδικά των Λόγων Έφεσης 6 και 7, στο πλαίσιο των λοιπών Λόγων Έφεσης εφόσον επηρεάζουν την κατάληξη μας σε αυτούς.
Ψευδείς Παραστάσεις
Ο ορισμός των Ψευδών Παραστάσεων παρατίθεται στο Άρθρο 197 του Π.Κ. ως εξής:
«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή».
Όπως επεξηγήθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861:
«Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη».
Οι παραστάσεις δεν αρκεί να είναι ψευδείς αλλά πρέπει να καταδεικνύεται και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδείς. Πρέπει, επιπλέον, να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του θύματος, το οποίο στηριζόμενο σε αυτήν πείστηκε να αποξενωθεί την περιουσία του (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Χρίστου Σιέγγερη κ.ά. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335, Mitskevich v. F & T Investments Limited κ.ά., Ποιν. Έφ. 182/18, ημερ. 20.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B102).
Θέση του Εφεσείοντα ήταν ότι προέβη σε καλόπιστη και ειλικρινή υπόσχεση προς τους Παραπονούμενους περί πρόθεσης λήψης δανείου για τον σκοπό της εξόφλησης των ποσών που θα του δάνειζαν. Δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πράγματι οι Παραπονούμενοι έδωσαν στον Εφεσείοντα τα ποσά που αναγράφονται στις Κατηγορίες ενώ και ο ίδιος ο Εφεσείων αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση ότι ο Γ.Ζ. τού δάνεισε ποσό περί τις €80.000.
Ενώπιον του Κακουργιοδικείου υπήρχε η μαρτυρία των Παραπονούμενων οι οποίοι με λεπτομέρεια παρέθεσαν τα όσα ο Εφεσείων τους είχε πει σε σχέση με δάνειο που κατ' ισχυρισμόν του είχε ήδη εγκριθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Η μαρτυρία, όμως, της Μ.Κ.16 υπαλλήλου της εν λόγω Τράπεζας ότι δεν είχε υποβληθεί από μέρους του Εφεσείοντα οποιαδήποτε αίτηση δανείου μετά το 2021 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, όπως δεν αντεξετάστηκε ούτε και ο επίσης υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Μ.Κ.17 ότι η αίτηση του 2021 δεν είχε προχωρήσει ένεκα του ότι ο Εφεσείων δεν είχε συμπληρώσει καν τα έγγραφα.
Αδυνατούμε να κατανοήσουμε το επιχείρημα του Εφεσείοντος ότι η παρούσα περίπτωση αφορά υπόσχεση του για μελλοντική εξασφάλιση δανείου και εξόφλησης, η οποία ήταν αληθινή και δεν εμπεριείχε καμία πρόθεση καταδολίευσης. Η υπόθεση αφορά διαβεβαίωση από τον ίδιο για ήδη εγκριθέν δάνειο, στην οποία προέβη σε χρόνο κατά τον οποίο γνώριζε ότι δεν υπήρχε εκκρεμούσα αίτηση δανείου στην Τράπεζα Κύπρου, πόσω μάλλον εγκεκριμένο δάνειο κατά τον χρόνο που παρίστανε στον Γ.Ζ. ότι ήταν θέμα χρόνου να λάβει τα χρήματα από το δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου. Δεν επρόκειτο, συνεπώς για περίπτωση παράβασης συμβατικών υποσχέσεων, ή για απλή υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα, αλλά για ψευδή παράσταση, ακριβώς όπως κατέληξε και το Κακουργιοδικείο.
Η θέση του Γ.Ζ. ότι είχε πάντα υπόψη του τα λεγόμενα του Εφεσείοντος πως θα του επέστρεφε τα ποσά μόλις έπαιρνε τα χρήματα από το προαναφερόμενο δάνειο, έγινε δεκτή από το Κακουργοδικείο και οδηγεί στο ότι η ψευδής παράσταση του Εφεσείοντα, ότι δήθεν είχε υποβάλει αίτημα για δάνειο το οποίο εγκρίθηκε, επενέργησε στο μυαλό του Γ.Ζ. ώστε να τού δώσει τα ποσά που αναφέρονται στις Κατηγορίες 1 έως 11.
Για τον Puncheon ο Εφεσείων παρέστησε και στα δύο αδέλφια ότι θα τον βοηθούσαν να νομιμοποιήσει χρήματα στον λογαριασμό του. Ενώπιον του Κακουργιοδικείου ο Puncheon δήλωσε ότι δεν γνωρίζει καν τον Εφεσείοντα και ότι ουδέποτε ζήτησε βοήθεια από κάποιον για να φέρει «μαύρα χρήματα» στην Κύπρο, αφού ούτε τέτοια χρήματα είχε, ούτε ανάγκη να πράξει κάτι τέτοιο είχε. Η αντεξέταση στην οποία τον υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα περιορίστηκε στο κατά πόσον ο Puncheon γνώριζε τον Εφεσείοντα προσωπικά πριν δώσει κατάθεση, ερώτηση στην οποία απάντησε αρνητικά. Ούτε βέβαια υπήρξε οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία τείνουσα να δείξει γνωριμία του με τον Εφεσείοντα. Είναι, κατ' επέκταση, ορθή η κατάληξη του Κακουργιοδικείου να αποδεχτεί στο σύνολο της την πιο πάνω μαρτυρία.
Ούτε, όμως, και η πλευρά του Εφεσείοντα αμφισβητεί τα πιο πάνω με το Διάγραμμα της. Περιορίζεται στο να αναφέρει ότι οι Παραπονούμενοι, διά της αποδοχής και παράδοσης των χρημάτων συμμετείχαν μαζί με τον Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες εν γνώσει τους και άρα δεν δικαιούνται σε προστασία από το Δικαστήριο. Το Κακουργιοδικείο για το ζήτημα αυτό κατέγραψε τα εξής:
«Η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι δεν είναι δυνατό από μια παράνομη πράξη ο μάρτυρας να δικαιωθεί και ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί. Φυσικά η συγκεκριμένη πράξη αποτελούσε προϊόν φαντασίας του κατηγορούμενου κατά τρόπο που δεν μπορεί να γινόταν λόγος συμμετοχής του παραπονούμενου σ' αυτό το φανταστικό γεγονός .».
Η εισήγηση παραγνωρίζει το ότι εκείνο που εξετάζεται εν προκειμένω είναι η διάπραξη ποινικού αδικήματος από μέρους του Εφεσείοντα, η δε ιδιότητα των Παραπονουμένων είναι αυτή των μαρτύρων κατηγορίας και όχι του διαδίκου. Από την ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρία προέκυπταν ξεκάθαρα οι ψευδείς παραστάσεις που έγιναν από τον Εφεσείοντα προς τους Παραπονούμενους, όπως και το ότι επενέργησαν στο μυαλό των Παραπονουμένων οι οποίοι πείστηκαν εξ αυτών να αποξενωθούν της περιουσίας τους. Το κατά πόσο οι Παραπονούμενοι διέπρατταν κάποιο αδίκημα εκ της συμπεριφοράς τους αυτής δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης.
Όσον αφορά στα εμβάσματα που έγιναν στην Ελληνική Τράπεζα ο συνήγορος του Εφεσείοντα προέβαλε τη θέση πως από το ότι ο Εφεσείων δεν ήταν τυπικός στην τήρηση των υποσχέσεων του για επιστροφή των εμβασμάτων στον Γ.Ζ. και το ότι ο Γ.Ζ. γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση του Εφεσείοντα, προκύπτει πως ο λόγος για τον οποίο ο Γ.Ζ. προέβαινε στα εμβάσματα δεν ήταν οι υποσχέσεις του Εφεσείοντα, καθότι ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι αυτές δεν τηρούνταν από τον Εφεσείοντα. Εν πρώτοις σημειώνουμε ότι δεν αμφισβητήθηκε πως αμφότεροι οι Παραπονούμενοι ήταν άτομα χαμηλού νοητικού επιπέδου και μόρφωσης, ο δε Γ.Ζ. ήταν επιπλέον πρόσωπο με κατάλοιπα στον εγκέφαλο από αυτοκινητιστικό ατύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί. Θέση του θείου τους, του Μ.Κ.3, αποτέλεσε ότι και οι δύο «.έχουν μια αφέλεια, μια αθωότητα που πιστεύω ότι θα μπορούσε κάποιος να τους πείσει για κάτι χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια». Η ίδια απλοϊκότητα διαπιστώθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο αποδέχτηκε πλήρως τη μαρτυρία των Παραπονούμενων. Κατέληξε δε ότι αμφότεροι οι Παραπονούμενοι «.ενέδωσαν στα αιτήματα του (Εφεσείοντα) αφού φαίνεται να έχει καταφέρει να τους πείσει για τις ανάγκες που βρισκόταν ως ο ίδιος ισχυριζόταν κατά τον επίδικο χρόνο». Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Γ.Ζ. το Κακουργιοδικείο προβληματίστηκε για το ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πλήρως πώς ανήλθε το συνολικό ποσό που έδωσε στον Εφεσείοντα στις €79.000. Κατέληξε όμως ότι η μαρτυρία των Παραπονούμενων ήταν πολύ κοντά στα πραγματικά γεγονότα και συνέπιπτε και με αρκετά γεγονότα στα οποία είχαν αναμειχθεί και τρίτα πρόσωπα, καταλήγοντας περαιτέρω πως οι όποιες διαφορές ήταν ασήμαντες και μη δυνάμενες να πλήξουν την αξιοπιστία τους. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε έρεισμα για επέμβαση μας στο συμπέρασμα του αυτό.
Επισημαίνουμε ότι σε κανένα σημείο δεν προβλήθηκε ότι ο Γ.Ζ. είχε σκοπό να χαρίσει τα ποσά στον Εφεσείοντα. Ούτε, ασφαλώς, και ήσαν αληθή τα όσα ο Εφεσείοντας είπε στον Γ.Ζ. για την ανάγκη να γίνεται ανταλλαγή εμβασμάτων στην Ελληνική Τράπεζα, ή πίστευε ο Εφεσείων κάτι τέτοιο. Κατ' επέκταση, ορθά έκρινε το Κακουργιοδικείο ότι η αναφορά του Εφεσείοντα στον Γ.Ζ. πως έπρεπε να κάνουν εμβάσματα από τον ένα λογαριασμό στον άλλο ώστε να δικαιολογήσουν στην Ελληνική Τράπεζα τα χρήματα που κατέθετε στον λογαριασμό του ο Γ.Ζ. «.αποσκοπούσε στην έντεχνη απόσπαση διαφόρων ποσών από τον (Εφεσείοντα) μέσα από την εναλλαγή εμβασμάτων.».
Για τις παραστάσεις που αφορούσαν στους τοκογλύφους επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, αυτές έγιναν από τον Εφεσείοντα προς τον Π.Ζ. στις 7 και 12.3.2022. Ο Μ.Κ.10 στην κατάθεση του Τεκμήριο 65 τοποθετεί χρονικά τις απειλές από τους τοκογλύφους προς τον Εφεσείοντα στα τέλη του 2021, αναφέρει δε ότι το ζήτημα έληξε κατά τον χρόνο αυτό. Το Κακουργιοδικείο καταγράφει ότι η πιο πάνω θέση του Μ.Κ.10 δεν αμφισβητήθηκε. Δεν έχουμε εντοπίσει, αλλά ούτε και ο συνήγορος για τον Εφεσείοντα συγκεκριμενοποίησε, ποιοι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής επιβεβαίωσαν τις ισχυριζόμενες απειλές κατά τον ουσιώδη χρόνο ως καταγράφεται στο Διάγραμμα του Εφεσείοντα.
Κατ' επέκταση κατά τον Μάρτιο 2022 που προέβαλλε αυτές τις θέσεις στον Π.Ζ., ο Εφεσείων γνώριζε ότι δεν ήσαν αληθείς. Ο Π.Ζ. ανέφερε ότι και στις δύο περιπτώσεις έδωσε τα χρήματα στον Εφεσείοντα λόγω του ότι τον λυπήθηκε επειδή κατ΄ ισχυρισμόν του (Εφεσείοντος) οι τοκογλύφοι απειλούσαν τον Εφεσείοντα, τη γυναίκα και το παιδί του. Έπεται πως οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήταν που επενέργησαν στο μυαλό του Π.Ζ. οδηγώντας τον στο να δώσει στον Εφεσείοντα τα ποσά των €12.000 και €15.000 που αναφέρονται στις Κατηγορίες 20 και 21.
Η πιο πάνω μας κατάληξη σφραγίζει και την τύχη του Λόγου Έφεσης 5, αφού με αυτόν αμφισβητείτο ουσιαστικά η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ως προς τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων των ψευδών παραστάσεων.
Οι Λόγοι Έφεσης 1, 2, 3, 5, 6 και 7 δεν μπορούν να πετύχουν.
Με τον Λόγο Έφεσης 4 προβάλλεται η θέση ότι δεν είχαν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής αφού εσφαλμένα το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο της απόκτησης των εγγράφων υφίστατο σκοπός μόνιμης αποστέρησης αυτών από τον ιδιοκτήτη τους.
Τα έγγραφα ανευρέθηκαν στην οικία του Εφεσείοντος στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Δεν αμφισβητήθηκε, ως επισημαίνει και το Κακουργιοδικείο, ότι ο Εφεσείοντας τα είχε «αρπάξει με φωνές» από τον Γ.Ζ. Καμία εκδοχή τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου περί πρόθεσης του Εφεσείοντος να τα επιστρέψει στον Γ.Ζ. Υπό αυτές τις περιστάσεις η κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι στοιχειοθετήθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής ήταν καθόλα επιτρεπτή.
Συνεπώς ούτε και ο Λόγος Έφεσης 4 μπορεί να πετύχει.
Η Έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.