ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2008) 3 ΑΑΔ 478
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 20/2008
(Υπόθεση Αρ. 1173/2007)
[ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΗΛΙΑΔΗΣ, ΦΩΤΙΟΥ,
ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στές]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
Εφεσείων-Καθ΄ου η αίτηση,
και
ASPIS HOLDINGS PUBLIC CO LTD,
Εφεσίβλητη-Aιτήτρια.
― ― ― ―
Μ. Θεοκλήτου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για εφεσείοντα
Λ. Παπαφιλίππου με Γ. Χριστοδούλου, για εφεσίβλητη
Π. Αρτέμη, Π.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΡΤΕΜΗΣ, Π.: Το ιστορικό και τα γεγονότα της υπόθεσης φαίνονται στην πρωτόδικη απόφαση, σχετικό απόσπασμα της οποίας παραθέτουμε:
«Η αιτήτρια, με επιστολές της προς την Έφορο Ασφαλίσεων το Φεβράρη και Μάρτη του 2007, ζήτησε έγκριση για απόκτηση ειδικής συμμετοχής από 33% μέχρι ποσοστό λιγότερο του 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της Universal Life Insurance Public Co Ltd. Το αίτημα απορρίφθηκε από την Έφορο Ασφαλίσεων στις 26.4.2007, επειδή θεωρήθηκε ότι η αιτήτρια δεν ήταν κατάλληλη προς διασφάλιση της συνετής και χρηστής διαχείρισης της Universal Life.
Η αιτήτρια στις 10.5.2007 υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό Οικονομικών (στο εξής «ο Υπουργός»), η οποία επίσης απορρίφθηκε, για τους ίδιους λόγους. Εναντίον της απόφασης του Υπουργού ασκήθηκε η παρούσα προσφυγή.»
Μεταξύ άλλων, η εφεσίβλητη-αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι ο Υπουργός κατά τη λήψη της απόφασής του, είχε επηρεασθεί παράτυπα, από την Έφορο Ασφαλίσεων, που ήταν το διοικητικό όργανο εναντίον της απόφασης του οποίου ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή. Ο ισχυρισμός αυτός βασίστηκε στο γεγονός ότι από το διοικητικό φάκελο προέκυπτε ότι στις 23.5.07 η Έφορος Ασφαλίσεων έστειλε στον Υπουργό επιστολή του Υπουργείου Οικονομίας της Ελλάδος, που ήταν απαντητική σε επιστολή της ίδιας, ημερομηνίας 8.5.07, με το σημείωμα «Εμπιστευτικό και Κατ΄Επείγον, Υπουργό, για ενημέρωσή σας, παρακαλώ».
Στην ίδια επιστολή υπήρχε αυτοκόλλητη σημείωση σε πορτοκαλί χρώμα, στο οποίο αναφερόταν: «Από Βικτώρια does it matter;»
To πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και εξέφρασε την άποψη ότι προφανώς το σημείωμα γράφτηκε από τον Υπουργό, έκρινε ότι αυτό δεν είχε σημασία, αλλά το τι ήταν σημαντικό ήταν το γεγονός ότι φάνηκε πως για το θέμα υπήρξε κάποια συνεννόηση μεταξύ της Εφόρου Ασφαλίσεων και του Υπουργού, που έδειχνε πως είχε ζητηθεί η άποψη της Εφόρου Ασφαλίσεων για το πώς επηρέαζε το έγγραφο εκείνο το υπό εξέταση θέμα. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι παραδέχθηκαν οι καθ΄ων η αίτηση ότι υπήρξε κάποια συνεννόηση μεταξύ του Υπουργού και της Εφόρου Ασφαλίσεων αμφισβητήθηκε στην έφεση, αλλά από τα ενώπιον μας στοιχεία εξάγεται ότι υπήρξε κάποια τέτοια παραδοχή αν και οι καθ΄ων η αίτηση υποστήριξαν πως η πράξη αυτή δεν είχε οποιαδήποτε επενέργεια στο τελικό αποτέλεσμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η συνεννόηση του Υπουργού με την Έφορο Ασφαλίσεων, όποια και αν ήταν αυτή η συνεννόηση, ήταν αντινομική και ανεπίτρεπτη, αφού ήταν συνεννόηση με το όργανο του οποίου την απόφαση αμφισβήτησε η εφεσίβλητη-αιτήτρια με την ιεραρχική της προσφυγή.
Όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 5 της απόφασης του:
«Δε μπορούμε να γνωρίζουμε ούτε το μέγεθος της παρέμβασης ούτε σε ποιο βαθμό η συνεννόηση επηρέασε την κρίση του Υπουργού. Η πιθανότητα όμως, επηρεασμού, βαρύνει την αμεροληψία του οργάνου».
Προς υποστήριξη των θέσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα-καθ΄ου η αίτηση έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Mobil Ltd κ.α. ν. Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας κ.α. (1991) 4 Α.Α.Δ. 3270 σελ. 3277, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«(Ο Υπουργός) . . . ζήτησε τις απόψεις των τοπικών αρχών που είχαν εκδόσει τα διατάγματα. Η τελευταία ενέργεια ήταν αντινομική προς το έργο του Υπουργού, το οποίο περιλάμβανε και τον έλεγχο της διαδικασίας που ακολούθησε η υφιστάμενη αρχή καθώς και το άρτιο των λόγων που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος. Οι απόψεις όμως που εξέφρασαν σ΄απάντηση οι τοπικές αρχές συνιστούσαν επανάληψη των θέσεων τους. Συνεπώς η εκτροπή δεν είχε οποιαδήποτε επενέργεια και δεν εισήγαγε οποιοδήποτε απαράδεκτο στοιχείο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του Υπουργού.»
(Η υπογράμμιση είναι δική μας).
Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, που μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους, κρίνουμε όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παρούσα διαφοροποιείται από την υπόθεση Mobil (πιο πάνω), όπου κρίθηκε πως οι απόψεις δεν προσέθεταν οτιδήποτε στην υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει το Δικαστήριο ποια συνεννόηση υπήρξε μεταξύ του Υπουργού και της Εφόρου Ασφαλίσεων, για να κρίνει επί του προκειμένου το Δικαστήριο σε ποιο βαθμό επηρεάστηκε η επίδικη απόφαση, αφού καμμιά μαρτυρία δε δόθηκε σε σχέση με το θέμα από τους καθ΄ων η αίτηση.
Όπως ορθά παρατηρεί στο περίγραμμα αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης-αιτήτριας, η αποστολή από την Έφορο Ασφαλίσεων της επιστολής από την Ελλάδα, καθώς και το σημείωμα και η έγχρωμη αυτοκόλλητη σημείωση, ήταν στοιχεία που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι πράγματι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ του Υπουργού και της Εφόρου Ασφαλίσεων, συνεννόηση, που δεν μπορεί να γνωρίζει το Δικαστήριο ποιο αποτέλεσμα είχε, έστω και αν στην παράγραφο 10 της απόφασης του ο Υπουργός αναφέρει ότι δεν βάσισε τη δική του απόφαση στην έρευνα που διεξαγόταν στην Ελλάδα.
Έχοντας μελετήσει τις θέσεις και των δύο πλευρών, καταλήγουμε πως το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθό υπό τις περιστάσεις, ώστε να μη χωρεί επέμβαση του Εφετείου.
Εν όψει της κατάληξης μας αυτής η αντέφεση καθίσταται άνευ αντικειμένου. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εφεσείοντα-καθ΄ου η αίτηση, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αντέφεση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα.
Π. Δ. Δ. Δ. Δ.
/Χ.Π.