ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2001) 1 ΑΑΔ 558
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική 'Εφεση αρ. 9931.
Σύνθεση Δικαστηρίου
: ΠΙΚΗΣ, Π., ΝΙΚΗΤΑΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ,ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΔΔ.
Μεταξύ:
Τάκη Γιάλλουρου, εκ Λευκωσίας,
Εφεσείοντος-Εναγομένου
DIR>- και -
Ευγένιου Νικολάου,
Εφεσίβλητου-Ενάγοντος.
- - -
Ημερομηνία
: 8 Μαΐου, 2001.Για τον εφεσείοντα: Α. Σ. Αγγελίδης.
Για τον εφεσίβλητο: Χρ. Τριανταφυλλίδης.
- - -
ΠΙΚΗΣ, Π.
: Με την απόφαση που ακολουθεί συμφωνούν οι Δικαστές,ΝΙΚΗΤΑΣ, ΑΡΤΕΜΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΚΑΛΛΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.
Ο Δικαστής ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα για τους λόγους που εξηγεί σε ξεχωριστή απόφασή του.
- - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Π.
: Ο εφεσείων είναι ο Διευθυντής και ο εφεσίβλητος ο Μηχανικός Αποχετεύσεων του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας. Ο πρώτος, καθ' όλη τη διάρκεια ενός έτους, παρακολουθούσε και μαγνητοφωνούσε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του δεύτερου. H αποκάλυψη συνδιαλέξεων του εφεσίβλητου είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί o τελευταίος σε διαθεσιμότητα και να κρατηθεί μακρυά από την εργασία του για περίοδο ενός έτους. Για το παράνομο της παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του εφεσίβλητου τέθηκε σε διαθεσιμότητα ως φαίνεται και ο εφεσείων και διώχθηκε ποινικά. Ο εφεσίβλητος ενήγαγε τον εφεσείοντα για αποζημιώσεις προκύπτουσες από την παραβίαση των δικαιωμάτων του, εκείνων της ιδιωτικής ζωής και του απόρρητου των επικοινωνιών του, δικαιώματα που διασφαλίζονται ως αναπόσπαστο μέρος των θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών του Ανθρώπου από τα 'Αρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, αντίστοιχα.Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καθοδηγούμενο από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προσδιοριστική της φύσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της υποχρέωσης που επιβάλλει το Σύνταγμα της Κύπρου με το 'Αρθρο 35, για τη διασφάλιση και αποτελεσματική εφαρμογή τους, έκρινε ότι η παραβίασή τους θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα. Δεν είναι τυχαία η αναφορά στα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατομικά δικαιώματα. Ο όρος "ατομικά" υποδηλώνει το αδιάσπαστο των δικαιωμάτων τα οποία εμφέρει ο άνθρωπος ως μέρος της φύσης και του κοινωνικού του είναι.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στη βασική υπόθεση
Police v. Georghiades (1983)2 C.L.R. 33, που διαφωτίζει για τη φύση, χαρακτήρα και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Βλ. Εnotiades and Another v. Police (1986)2 C.L.R. 64. Psaras v. Republic (1987)2 C.L.R. 132. Merthodja v. Police (1987)2 C.L.R. 227. Parpas v. Republic (1988)2 C.L.R. 5.) Ειδική αναφορά γίνεται επίσης και στην Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992)2 Α.Α.Δ. 147 όπου αποφασίστηκε ότι επέμβαση ή διείσδυση στην τηλεφωνική επικοινωνία του ατόμου συνιστά παραβίαση τόσο του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, όσο κι' εκείνου της επικοινωνίας. Ο άνθρωπος έχει το ελεύθερο της επικοινωνίας και το αδιαπέραστο της ιδιωτικής του ζωής. κάθε επέμβαση τείνει να εξαρθρώσει την αυτονομία και να πλήξει την υπόστασή του.Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων, oποιουδήποτε από αυτά, που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, παρέχει στο θύμα αγώγιμο δικαίωμα, εξέτασε τη φύση της προστασίας η οποία εξασφαλίζεται. Καθοδήγηση άντλησε από την απόφαση στην
Papakokkinou v. Kanther (1982)1 C.L.R. 65, στην οποία το Δικαστήριο πραγματεύεται σε έκταση τις γενικές αποζημιώσεις που μπορεί να αποδοθούν στο θύμα αστικού αδικήματος και πότε μπορεί να προσδοθεί σ' αυτές επιβαρυντικός (aggravated damages), ή τιμωρητικός χαρακτήρας, (exemplary damages) προς παραδειγματισμό.Στον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σκόπιμο της παραβίασης των δικαιωμάτων του εφεσίβλητου, τη χρονική διάρκεια της, εκτεινόμενης σε περίοδο πέραν των δώδεκα μηνών, και τον εξευτελισμό της ύπαρξης και υπόστασής του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στιγμάτισε την ασύγγνωστη συμπεριφορά του εφεσείοντος με την πρόσδοση τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις.
Υλική ζημία δεν απεδείχθη. Το δικαστήριο επεδίκασε γενικές αποζημιώσεις £5,000 τις οποίες έκρινε «σαν δίκαιη αποζημίωση».
Με την έφεση αμφισβητείται:
(α) 'Οτι παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, οι οποίες δεν συνιστούν αστικά αδικήματα κατά τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, παρέχουν δικαίωμα αποζημίωσης ή προστασίας μέσω της πολιτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Αναπόφευκτη προέκταση της θέσης αυτής, στην οποία ο δικηγόρος του εφεσείοντος δεν επεκτάθηκε, είναι ότι μόνο οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα, που στοιχειοθετούνται και ως αστικά αδικήματα, κάτω από το Κεφ. 148, παρέχουν δικαίωμα αποζημίωσης.
Ο δικηγόρος του εφεσείοντος χαρακτήρισε την κατ' ισχυρισμόν απουσία πρόνοιας στο νόμο για τη δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως κατατείνουσας στη δημιουργία καθεστώτος
"lex imperfecta", που, στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνει τη μoρφή μη τελειωμένων δικαιωμάτων.(β) Το ύψος των αποζημιώσεων. Αντενδείκνυτο η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, υπέβαλε ο εφεσείων
. πέραν τούτου, δεν εδικαιολογείτο η απόδοση μεγάλου ποσού αποζημιώσεων λαμβανομένης υπόψη της απουσίας οποιασδήποτε υλικής ζημίας.Παραβίαση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - Αγώγιμο δικαίωμα.
Το Σύνταγμα της Κύπρου κατοχυρώνει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο - Μέρος ΙΙ - τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Ανθρώπου και επιβάλλει το σεβασμό τους. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η υπόσταση και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαγνώστηκαν και δόθηκε έκφραση σ' αυτά στη θεμελιακή απόφαση
Georghiades και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Περιορισμοί στα δικαιώματα του ανθρώπου, άλλοι από εκείνους που θέτει το Σύνταγμα, δεν χωρούν - 'Αρθρο 33.1 του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δεν προσδιορίζονται με αναφορά στα αστικά δικαιώματα του ατόμου κατά το δίκαιο της χώρας. Προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα ταυτίζονται δε με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στον κοινωνικό και πολιτειακό χώρο.Το Σύνταγμα καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Το 'Αρθρο 35 του Συντάγματος (το τελευταίο άρθρο του Μέρους ΙΙ) προβλέπει:
«Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των oρίων της αρμοδιότητος αυτής.»
Το
'Αρθρο 35 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους, στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας. Οι θεραπείες που μπορεί να παρασχεθούν είναι εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της χώρας, οι οργανικοί νόμοι που διέπουν τα της απονομής της δικαιοσύνης. (Βλ. Μεταξύ άλλων τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, (Ν.14/60) και τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6.) Η πρόσβαση στο Δικαστήριο ρυθμίζεται από τους Θεσμούς που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης. (Bλ. επίσης 'Αρθρο 30.1 του Συντάγματος.) Οι θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές.Kαμμιά εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου. Τοσούτω μάλλον η προστασία των θεμελιωδών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα. μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς.
Στο ακόλουθο απόσπασμα από την Police v. Georghiades (1983)2 C.L.R. 33, στο οποίο παραπέμπει το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρεται:
« ... a right vests thereupon to the victim to invoke constitutiοnal, as well as municipal, law remedies for the vindication of his rights.»
Ελληνική μετάφραση ελεύθερη:
«... επί τούτου παρέχεται δικαίωμα στο θύμα να επικαλεσθεί τις θεραπείες που παρέχει το Σύνταγμα και το ημεδαπό δίκαιο για την προάσπιση των δικαιωμάτων του.»
Η άλλη διάσταση της υποχρέωσης που επιβάλλει το 'Αρθρο 35 είναι η απαγόρευση κάθε πράξης επαγόμενης παραβίαση ή εισχώρηση στα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται από το άρθρο 8(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση), που επίσης αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου της χώρας, ως αποτέλεσμα του κυρωτικού Νόμου 39/62. Το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει:
«Everyone whose rights and freedoms as set forth in this Convention are violated shall have an effective remedy before a national authority notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity.»
Στα Ελληνικά:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
Καθοδηγητική για την ερμηνεία του 'Αρθρου 13 της Σύμβασης είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
.Στην
Klass v. FRG A 28 para 64 (1979), το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση ότι:«Thus, Article 13 must be interpreted as guaranteeing an "effective remedy before a national authority" to everyone who claims that his rights and freedoms under the Convention have been violated.»
Ελληνική μετάφραση ελεύθερη:
«Τοιουτοτρόπως το
(Bλέπε επίσης Raymond 5 HRR 161 σ.165-167 (1980).)
Στην Κύπρο οι διατάξεις του 'Αρθρου 13 αποτελούν μέρος του ημεδαπού δικαίου
. κατοχυρώνουν δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής θεραπείας παραβιάσεων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η Σύμβαση, (που σε μεγάλο βαθμό είναι επάλληλα προς τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος), από αρμόδιο δικαστήριο. 'Ετσι, εκτός από την καθαυτή φύση των δικαιωμάτων, που ενέχει το στοιχείο δικαστικής προστασίας, τις διατάξεις του 'Αρθρου 35 του Συντάγματος, που επιβάλλουν υποχρέωση περί τούτου, και το 'Αρθρο 13 της Σύμβασης κατοχυρώνει δικαίωμα παροχής θεραπείας για όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι επάλληλα προς εκείνα του Ευρωπαϊκού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.Το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθέτησε τη θέση ότι παραβίαση των κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα θεμελιωδών δικαιωμάτων επάγεται, άνευ ετέρου, αγώγιμο δικαίωμα. (Βλ.
Webster Bivens, v. Six Unknown Named Agents of Federal Bureau of Narcotics 403 US 388, 29 L Ed 2d 619, 91 S Ct 1999 (No. 301). βλ. επίσης American Supreme Court in the Civil Rights Cases - 1883 109 US 3 - Ex Parte Virginia - 1880 100 US 339.)'Oπως υποδεικνύεται από το Δαγτόγλου, στο σύγγραμμα του Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Β' σ.1206
, σε σχέση με τα κατοχυρωμένα από το Ελληνικό Σύνταγμα δικαιώματα (ως η περίπτωση του 'Αθρου 35 του Κυπριακού Συντάγματος).«Η δικαστική προστασία κατοχυρώνεται απευθείας από το Σύνταγμα
. » και«η εφαρμογή της δεν εξαρτάται από την έκδοση νόμου.»
Πλήρης, όπως υπογραμμίζει, είναι η προστασία:
«...όταν δεν υπάρχει διαφορά, για την οποία να αποκλείεται η δικαστική προστασία.» (σ.1208 του ιδίου συγγράμματος)
Ωσαύτως ο συγγραφέας παραπέμπει στην προσέγγιση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην υπόθεση
BVerfGE 7, 198. αναλύοντας το λόγο της αναφέρει ότι η συνταγματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εξυπακούει και τη δικαστική τους προστασία εκτός εάν τούτο ρητά απαγορεύεται από το Σύνταγμα. (Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο Ατομικά Δικαιώματα Τόμος Β σ.1208.) Η διαπίστωση του συγγραφέα, μετά από θεώρηση τόσο της ελληνικής νομολογίας, όσο και εκείνης ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, ως προς τη φύση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ανθρώπου, είναι ότι αυτά (σ.100):«επιδρούν αναμφισβήτητα και στο αστικό δίκαιο. Η έννομη τάξη δεν αποτελείται από αυτόνομες περιοχές, αλλά είναι ενιαία με επικεφαλής τον συνταγματικό νόμο.»
Διαπίστωσή μας είναι ότι η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος του απόρρητου της επικοινωνίας, που κατοχυρώνονται, αντίστοιχα, στα 'Αρθρα 15.1 και 17 του Συντάγματος, παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου.
H κατάληξή μας είναι σύμφωνη και με την αρχή του δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy). Παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία όπως πρόσφατα διακήρυξε η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αποφασίζοντας ότι δεν δικαιολογείται η εξαίρεση των δικηγόρων από αμελείς πράξεις στο χειρισμό υποθέσεων και ενώπιον του Δικαστηρίου. Βλ. απόφαση Λόρδου Steyn, Arthur J S Hall v. Simons (2000) 4 All ER 673, σελ. 683:
«First, and most importantly, it will bring to an end an anomalous exception to the basic premise that there should be a remedy for a wrong.»
Ελληνική μετάφραση ελεύθερη:
«Πρώτο και κύριο θα δώσει τέλος σε μία ανωμαλία που συνιστά η εξαίρεση από το βασικό κανόνα ότι πρέπει να υπάρχει θεραπεία για αδικοπραξία.»
Διευκρινίστηκε βέβαια:
«There is no reason to fear a flood of negligence suits against barristers. The mere doing of his duty to the court by the advocate to the detriment of his client, could never be called negligent. Indeed if the advocate's conduct was bona fide dictated by his perception of his duty to the court there would be no possibility of the court holding him to be negligent.» (p.683)
Ελληνική μετάφραση ελεύθερη:
«Δεν υπάρχει φόβος πλήμυρας αγωγών αμέλειας εναντίον δικηγόρων. Η εκπλήρωση του καθήκοντος προς το δικαστήριο από το δικηγόρο προς ζημία του πελάτη του δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί ως αμέλεια. Στην πραγματικότητα εάν η συμπεριφορά του δικηγόρου υπαγορευόταν από την καλόπιστη αντίληψη του καθήκοντός του προς το δικαστήριο δεν θα υπήρχε πιθανότης το δικαστήριο να τον θεωρήσει υπόλογο για αμέλεια.»
Αποζημιώσεις.
Επανόρθωση - restitutio - εις ακέραιον -
in integrum αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή παροχής αποζημιώσεων που ενσωματώνει το Κυπριακό δίκαιο, υπό την αίρεση πάντα ότι αυτή πρέπει να είναι δικαία μεταξύ των διαδίκων. 'Οπως υπογράμμισε ο Geoffrey Lane L.J. στη Services Europe Atlantique v. Stockholm (1978)2 All E.R. 764, η δικαιοσύνη (justice and fairness) πρέπει να φωτίζει τη διαδικασία καθορισμού των αποζημιώσεων στην υπόθεση. Οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαρειά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Οι αρχές αυτές εξηγούνται υπό το πρίσμα της νομολογίας, Αγγλικής, Κυπριακής και Κοινοπολιτειακής στην Papakokkinou v. Kanther (1982)1 C.L.R. 65, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992)1 Α.Α.Δ. 400.)H νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 50 της Σύμβασης, είναι επίσης σχετική εφόσο διαπραγματεύεται άμεσα τα της παροχής θεραπείας για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό το πρίσμα πάντα της αποτελεσματικότητας της θεραπείας από τα πολιτειακά δικαστήρια, που προβλέπει το άρθρο 13. Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) -
Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights (1960-1987) Vol. I, para. 272 - V. Berger.Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη
. νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v. Ireland A 246-B paras 16-17 (1993). έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13 (1988) (Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Bλ. μεταξύ άλλων Αbdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96 (1985). Κατά πόσο δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις δεν αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής απόφασης από το δικαστήριο του Στρασβούργου μέχρι σήμερα ή, ακριβέστερα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Righs των DJ Harris, M O'Boyle και C Warbrick, δεν έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα τέτοιας φύσης αποζημιώσεις. (Βλ. επίσης B v. UK A 136-D paras 7-12 (1988) (Article 50). Εν τούτοις επισημαίνουμε ότι η απόφαση στη Zander v. Sweden A 279-B paras 30-35 (1994) υποστηρίζει εμφατικά ότι ο συσχετισμός μεταξύ του μεγέθους της ηθικής βλάβης και του ύψους των αποζημιώσεων είναι άμεσος, γεγονός που αμβλύνει τη διάκριση που γίνεται στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ συνήθων και επιβαρυντικών αποζημιώσεων.Πολλά από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου, τα οποία διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων, θέμα που πραγματεύεται εις έκταση σε μελέτη του ο Λόρδος Bingham (πρώην Αρχιδικαστής και νυν Senior Law Lord), η οποία περιλαμβάνεται στο πρόσφατο βιβλίο του «
The Business of Judging, Selected Essays and Speeches» (2000). 'Οπως επεξηγεί παραβιάσεις πλείστων των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστούσαν (και συνιστούν) το αντικείμενο προστασίας από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (Tort).Στο αγγλικό δίκαιο οι αποζημιώσεις για την αποτίμηση μή υλικής ζημίας αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο "at large"
. ο δε καθορισμός τους επαφίεται στο δικαστήριο υπό τον όρο, πάντα, ότι πρέπει να είναι λελογισμένες και δίκαιες μεταξύ των μερών. Αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι χαρακτηρίζεται στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως ηθική ζημία. Η πρόσφατη αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι η ζημία που προκύπτει από παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, με έντονο το στοιχείο της «ηθικής βλάβης», με την κυριολεξία του όρου, μπορεί να είναι μεγάλη, ανάλογη με την έκταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lunt v. Liverpool City Justices (1991) CA Transcript 158. Το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που αποδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο από 13 χιλιάδες σε 25 χιλιάδες στερλίνες για παράνομη φυλάκιση 42 ημερών, για κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμής από τον ενάγοντα οφειλομένων τελών (rates).Στην
R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) (1998)4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας. Σημασίας είναι και το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων και αυτή τούτη η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημίας. Οι παράμετροι των αποζημιώσεων διευρύνονται σε βαθμό που να προσεγγίζουν τις αρχές της επιείκειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση ως προς τις αποζημιώσεις επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (2000)4 All E.R. 15. (Βλ. απόφαση Λόρδου Hope, σ.31.)Σχετική με τους προβληματισμούς μας, όλως ιδιαίτερα με το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, είναι και η απόφαση του Εφετείου της Νέας Ζηλλανδίας στη
Simpson v. Attorney-General (1994)3 NZ LR 667. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Προέδρου Cooke τείνει να αποκαλύψει ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κατ' ουσία όμοια με εκείνα που προσμετρούν βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον καθορισμό της ζημίας και συνταυτίζονται με τη σύγχρονη προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας: (σ.678)«As to the level of compensation, on which again there is much international case law, I think that it would be premature at this stage to say more than that, in addition to any physical damage, intangible harm such as distress and injured feelings may be compensated for; the gravity of the breach and the need to emphasise the importance of the affirmed rights and to deter breaches are also proper considerations; but extravagant awards are to be avoided.»
Ελληνική μετάφραση ελεύθερη:
«Ως προς το επίπεδο της αποζημίωσης, θέμα επί του οποίου υπάρχει πολλή διεθνής νομολογία, νομίζω ότι θα ήταν πρόωρο σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ο,τιδήποτε πέραν του ότι επιπρόσθετα προς τη φυσική ζημία, μη υλική βλάβη όπως απόγνωση και τραυματισμός αισθημάτων μπορεί να αποζημιωθούν
(Βλ. επίσης απόφαση του Δικαστή Hardie Boys σ.703, γραμμές 23-28
.)Συναφής με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των όρων «δίκαιη» και «εύλογος» αποζημίωση, έννοιες εν πολλοίς συνώνυμες στα Ελληνικά, που καθορίζονται ως το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το 'Αρθρο 146.6 καθώς και κάτω από την παράγραφο 4(γ) του 'Αρθρου 23 του Συντάγματος. Η έννοια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης συναρτάται με την κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση (equitable damage), που ταυτίζει το ίσο με το δίκαιο.
Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για τις καθ' αυτό παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, δεν καλύπτεται ευθέως από καμμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο καθολικός χαρακτήρας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η σημασία τους για την υπόστασή του και η περιεκτική προστασία τους από το Σύνταγμα τείνει να διαγράψει τις παραμέτρους καθορισμού των αποζημιώσεων.
Η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που οριοθετεί το 'Αρθρο 35 του Συντάγματος, επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παραβίασης κάθε ζημίας που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη.
'Οπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω των αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία. (Βλ.
Rookes v. Barnard (1964)1 All E.R. 367. Cassell & Co Ltd v. Broome (1972)1 All E.R. 801.). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος.Θεωρούμε το ποσό των £5,000, που αποδόθηκε στον εφεσίβλητο, ως δικαία και καθ' όλα εύλογη αποζημίωση για τις συνέπειες της παραβίασης των δικαιωμάτων του, του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής που θωρακίζει το άτομο στον κοινωνικό χώρο, και του δικαιώματος του απόρρητου της επικοινωνίας που αποτελεί έκφραση της ελευθερίας του. Η συστηματική διείσδυση στον ιδιαίτερο χώρο του εφεσίβλητου, για τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, συνιστά στοιχείο που προσμετρά στον καθορισμό του τραύματος που προκάλεσαν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του.
Κρίνουμε το ποσό των £5,000 ως δικαία αποζημίωση απαλλαγμένη από οποιοδήποτε στοιχείο τιμωρίας ή παραδειγματισμού.
Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα.
Πικής, Π.
Νικήτας, Δ.
Αρτέμης, Δ.
Κωνσταντινίδης, Δ.
Νικολαϊδης, Δ.
Νικολάου, Δ.
Καλλής, Δ.
Κρονίδης, Δ.
Κραμβής, Δ.
Γαβριηλίδης, Δ.
/ΑυΦ.