ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Απόκρυψη Αναφορών (Noteup off) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων



ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:

Μεταγενέστερη νομολογία η οποία κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή:

Δεν έχει εντοπιστεί απόφαση η οποία να κάνει αναφορά στην απόφαση αυτή




ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Υπόθεση Αρ. 999/2010)

 

5 Αυγούστου, 2010

 

[ΝΙΚΟΛΑЇΔΗΣ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

MAKUKILA KANA  ODETTE,

 

Αιτήτρια,

 

ν.

 

1.    ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ

ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

2.    ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ,

 

Καθ΄ων η αίτηση.

_______________

 

 

ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ  ΗΜΕΡ. 22.7.2010

 

Δ. Κακουλλής, για την Αιτήτρια.

Ι. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

________________

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.: Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια αξιώνει παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται, μέχρι την τελική εκδίκαση της προσφυγής, το διάταγμα κράτησής της ημερομηνίας 26.5.2010.  Αξιώνει ακόμα διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση να λάβουν οποιαδήποτε νέα μέτρα για την κράτηση και απέλασή της από την Κύπρο, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης.

 

Η αιτήτρια η οποία κατάγεται από το Κόνγκο, συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 12.3.2010 κατά την προσπάθειά της να αναχωρήσει, με προορισμό τη Γαλλία, με πλαστό διαβατήριο.  Αμέσως μετά τη σύλληψή της υπέβαλε αίτηση για παροχή ασύλου.

 

Στις 17.3.2010 της επιβλήθηκε η ποινή των τριών μηνών φυλάκισης για παράνομη είσοδο στην Κύπρο, ενώ στις 26.5.2010 εκδόθηκαν εναντίον της διατάγματα απέλασης και κράτησης. Με την ίδια επιστολή πληροφορήθηκε ότι η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης είχε ανασταλεί μέχρι την εξέταση της αίτησής της για παροχή ασύλου.

 

Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η απόφαση να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα κράτησής της, μετά την αναστολή του διατάγματος απέλασής της, είναι έκδηλα παράνομη.  Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αναστολή του διατάγματος απέλασής της κατέστησε άνευ αντικειμένου το διάταγμα κράτησης, εφ΄ όσον ο σκοπός έκδοσης του εν λόγω διατάγματος έπαυσε να υφίσταται.  Το διάταγμα κράτησής της, υποστηρίζει, δεν μπορεί να υφίσταται ανεξαρτήτως του διατάγματος απέλασης, αφού η σύλληψή της διενεργήθηκε για σκοπούς της απέλασης.

 

Αντίθετα, οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού δεν υπάρχει έκδηλη ή οποιαδήποτε άλλης μορφής παρανομία στις προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις, ούτε δε και υπάρχουν οι προϋποθέσεις που να υποστηρίζουν ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ή οποιασδήποτε άλλης μορφής ζημιά.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας κατά την ακρόαση της αίτησης υποστήριξε ότι το διάταγμα απέλασης και το διάταγμα κράτησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.  Το ένα δεν ισχύει χωρίς το άλλο. Αναφέρθηκε επίσης στο ότι η αιτήτρια υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη αφού της στερείται η ελευθερία για κάποιο χρονικό διάστημα, για να τονίσει, τέλος, ότι αξιώνει αναστολή του διατάγματος κράτησης και όχι ακύρωση και συνεπώς δεν μπορεί να υποστηρικτεί από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι αξιώνει με την αίτησή του την ίδια θεραπεία που αξιώνει με την προσφυγή.  Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε σε αριθμό περιπτώσεων όπου, με παρόμοια γεγονότα, εκδόθηκε παρεμπίπτον διάταγμα.

 

Τα θέματα που εγείρονται έλυσε ουσιαστικά η υπόθεση Rahal v. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 741, η οποία αφορούσε προσφυγή για το κύρος διαταγμάτων απέλασης και κράτησης.  Η πλειοψηφία της Ολομέλειας αποφάσισε ότι δεν υπήρχε θέμα απέλασης του αιτητή, αφού εκκρεμούσε αίτησή του για πολιτικό άσυλο.  Αυτός ακριβώς ήταν και ο σκοπός της αναστολής του διατάγματος απέλασης, με επακόλουθο, βέβαια, τη μη πραγμάτωση της απέλασης, αν το αίτημα εγκριθεί.  Ο ρυθμιστικός ρόλος του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου δεν μεταβάλλεται και δεν ατονεί, αφού αποβλέπει στην προστασία της κυπριακής επικράτειας και έχει εμβέλεια πέραν του πεδίου εφαρμογής του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Δεν δέχτηκε συνεπώς η Ολομέλεια ότι όπου γίνεται επίκληση του περί Προσφύγων Νόμου καθίσταται καθ΄ ολοκληρίαν ανενεργός ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος. Η Ολομέλεια θεώρησε την  αναστολή του διατάγματος απέλασης εξέλιξη ευμενή για τον αιτητή και κατέληξε ότι ο αιτητής δεν έχει λόγο να παραπονείται γι΄ αυτό.  Παραμένει όμως βέβαια υπό κράτηση, αφού η αναστολή δεν αγγίζει το διάταγμα κράτησης (βλέπε επίσης Jamil Ahmed (2004) 1 Α.Α.Δ. 1752).

 

Δεν συμφώνησα με την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Rahal v. Δημοκρατίας, και τις απόψεις μου εξέφρασα σε απόφαση μειοψηφίας.  Εξακολουθώ να διατηρώ τις ίδιες απόψεις και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό.  Διατηρώ την άποψη ότι αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης συνεπάγεται τη λήξη της ισχύος της διοικητικής πράξης, δηλαδή παύση της παραγωγής των εννόμων της αποτελεσμάτων στο μέλλον (βλέπε επίσης Μ. Στασινόπουλος, Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου, Ανατύπωση 1976, σελ. 254-258).

 

Όπως εξήγησα και στην απόφασή μου στην Rahal v. Δημοκρατίας, θεωρώ ότι οι έννοιες του αιτητή ασύλου και του απαγορευμένου μετανάστη είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους και δεν είναι δυνατόν αιτητής ασύλου ή αναγνωρισμένος πρόσφυγας να κηρύσσεται ταυτόχρονα και απαγορευμένος μετανάστης.  Πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να ανακαλείται την ίδια ημέρα έκδοσής του το διάταγμα απέλασης με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, η κράτηση να συνεχίζεται επ΄ αόριστον και μέχρις ότου ο αρμόδιος λειτουργός εξετάσει το αίτημά του για παροχή ασύλου.

 

Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω στην υπόθεση Rahal v. Δημοκρατίας, κρίνω ότι η έκδοση διατάγματος απέλασης αιτητή ασύλου συνιστά παράνομη διοικητική πράξη, αφού αντίκειται στο άρθρο 4 του περί Προσφύγων Νόμου 2000-2004.

 

Παρ΄ όλα αυτά είμαι δεσμευμένος από την απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας και γι΄αυτό, παρά την αντίθετη προσωπική μου άποψη, θα πρέπει να απορρίψω την παρούσα αίτηση.

 

Σημειώνω, για σκοπούς ακρίβειας, ότι οι τρεις αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας για να ενισχύσει την άποψή του, εκδόθηκαν πριν τη Rahal,  ενώ σε μία τέταρτη, μεταγενέστερη, δεν φαίνεται ο αδελφός Δικαστής που την εξέδωσε να ενημερώθηκε για την ύπαρξή της.

 

Επί του θέματος της ανεπανόρθωτης βλάβης η επιχειρηματολογία για λογαριασμό της αιτήτριας ήταν πενιχρή.  Περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι κάθε στέρηση ελευθερίας δημιουργεί ανεπανόρθωτη βλάβη.  Δεν είμαι έτοιμος να ασπαστώ μια τέτοια, τόσο γενική και αόριστη, διατύπωση.

 

Πέραν όμως των πιο πάνω θα ανέμενα ότι κάτω από τις περιστάσεις η Υπηρεσία Ασύλου θα έσπευδε να εκδώσει την απόφασή της επί της  συγκεκριμένης αίτησης ασύλου, το συντομότερο δυνατόν.  Η αιτήτρια μέχρι την έκδοση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στερείται της ελευθερίας της, ουσιαστικά μόνο και μόνο γιατί υπέβαλε αίτηση ασύλου. Γιατί την ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε την είχε ήδη εκτίσει. Σχετικά με το θέμα αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή ασύλου στις 12.3.2010. ΄Εκτοτε τελεί υπό κράτηση, ενώ στις 17.3.2010 της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών.  Οι καθ΄ ων η αίτηση περίμεναν μέχρι τις 26.5.2010 για να εκδώσουν εναντίον της διατάγματα απέλασης και κράτησης, ενώ μέχρι σήμερα, έξι περίπου μήνες μετά τη σύλληψή της, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό κράτηση επ΄ αόριστον, χωρίς η αίτησή της να έχει ακόμα εξεταστεί.

 

Η αίτηση απορρίπτεται, χωρίς διαταγή ως προς τα για έξοδα.

 

 

Φρ. Νικολαΐδης, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

/ΜΔ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο