ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1999) 4 ΑΑΔ 62
26 Ιανουαρίου, 1999
[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΕΛEΝΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟYΛΟΥ,
Αιτήτρια,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚHΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
Καθ' ων η αίτηση.
(Υπόθεση Αρ. 795/97)
Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Προαγωγές ― Συνεντεύξεις ― Πρόσθετες μονάδες ― Κριτήρια ― Δεν αποτελούν εξωγενή κριτήρια η προσωπικότητα, η γλωσσική επάρκεια και η άνεση και σαφήνεια στη διατύπωση απόψεων.
Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Προαγωγές ― Συνεντεύξεις ― Κρίσεις Διευθυντή για τη εντύπωση που αποκόμισε από τις συνεντεύξεις ― Επιτρεπτές σύμφωνα με το Άρθρο 35(Β)(9) ― Δεν αποτελεί στοιχείο κρίσης.
Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Προαγωγές ― Προσόντα ― Πρόσθετα προσόντα ― Αποτίμηση σε μονάδες με βάση το Άρθρο 35Β(10)(β).
Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Προαγωγές ― Προσόντα ― Προσόν γνώσης ευρωπαϊκής γλώσσας ― Αμφισβήτηση κατοχής του δύναται να γίνει με ένσταση κατά του καταλόγου της Συμβουλευτικής Επιτροπής ― Τεκμαίρεται η κατοχή, λόγω κατοχής θέσης στην οποία απαιτείται το ίδιο επίπεδο γνώσης.
Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ― Προαγωγές ― Συνεντεύξεις ― Προσθήκη μονάδων ― Απαιτείται αιτιολογία για την απόφαση διάσπασης των μονάδων για τη συνέντευξη και το περιεχόμενο των φακέλων ― Απόδοση μέχρι και 4 μονάδες για την συνέντευξη και καθόλου μονάδες για τους φακέλους, παρέμεινε αναιτιολόγητη ― Η αιτιολογία θα έπρεπε να υπάρχει στο σώμα της πράξης ― Υπέρβαση άκρων ορίων διακριτικής ευχέρειας της Ε.Ε.Υ..
Η αιτήτρια προσέβαλε με την προσφυγή της, την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών στη θέση Διευθυντή Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την επίδικη απόφαση αποφάσισε ότι:
1. Ως προς τον ισχυρισμό ότι χρησιμοποιήθηκαν εξωγενή κριτήρια, στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 102, εξετάστηκε ζήτημα ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης της απόδοσης κατά τις συνεντεύξεις, παρόμοια προς τα τρία που συζητήθηκαν εδώ. Το επιχείρημα εκεί ήταν διαφορετικό αλλά η Ολομέλεια έκρινε πως τα κριτήρια που τέθηκαν ήταν ευλόγως επιτρεπτά. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει πως όσα εξειδικεύθηκαν εδώ μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξωγενή, με την ακόλουθη επιφύλαξη. Θα μπορούσε να συζητηθεί η αναφορά στην "εμφάνιση", αλλά δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να προσδίδει στο θέμα αυτό πρακτική σημασία. Η Ε.Ε.Υ. αιτιολόγησε τις εντυπώσεις της και δεν αναφέρθηκε στην εμφάνιση της αιτήτριας και των ενδιαφερομένων προσώπων.
2. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός αναφορικά με τις εντυπώσεις του Διευθυντή από τις συνεντεύξεις. Ο Διευθυντής μπορούσε να εκφέρει κρίσεις (Άρθρο 35(Β)(9) και εκείνο που μετρά, και που πράγματι μέτρησε εδώ, είναι οι εντυπώσεις της Ε.Ε.Υ. (Άρθρο 35Β(10)(β) και συναφώς Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134).
3. Μπορεί να είναι σύντομη και η αναφορά στα επιχειρήματα ως προς το πρόσθετο προσόν της αιτήτριας και τη γνώση ευρωπαϊκής γλώσσας. Οι αρχές ως προς την ανάγκη αιτιολόγησης της παραγνώρισης πρόσθετου προσόντος δεν είναι δυνατό να εισαχθούν στο πλαίσιο της αριθμητικής αποτίμησης που προβλέπει ο Νόμος και που περιλαμβάνει και τα προσόντα. Η επιλογή γίνεται, όπως προβλέπει το Άρθρο 35Β(10)(β) με βάση "..τις μονάδες που έχει κάθε υποψήφιος στον κατάλογο, τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να αυξήσει μέχρι 5 .." Ως προς το προσόν της ευρωπαϊκής γλώσσας οι καθ' ων η αίτηση επισημαίνουν πως τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως και η αιτήτρια, περιλήφθηκαν στον κατάλογο της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως προσοντούχοι, χωρίς να υπάρξει ένσταση γι' αυτό. Επί του προκειμένου είναι σχετική η απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1995) 3 Α.Α.Δ. 53 αλλά, όπως υποδεικνύουν οι καθ' ων η αίτηση, το προσόν που συζητήθηκε ήταν απαραίτητο στη θέση που ήδη κατείχαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. (Δημοκρατία ν. Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ. 422).
4. Η αιτιολογία, όταν απαιτείται από το Νόμο, πρέπει να είναι ρητή στο σώμα της απόφασης. Τέτοια αιτιολογία για την πρόσδοση μέχρι τουλάχιστον 4 μονάδων για τη συνέντευξη δεν υπάρχει. Επιπλέον, η Ε.Ε.Υ. υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας στο πλαίσιο του Νόμου, με την απόφαση για διάσπαση του ενιαίου έργου της προσθήκης μονάδων. Όχι μόνο γιατί εν προκειμένω δεν είναι καθόλου καθαρό ποιο ακριβώς ήταν το νόημα του χειρισμού και ποιες ήταν οι δυνατότητες που αφήνονταν. Σε κάθε περίπτωση, με τη διάσπαση η Ε.Ε.Υ. προδεσμεύτηκε χωρίς να γνωρίζει τι θα αποκάλυπταν οι φακέλοι. Επίσης, δεν ανήκει στην Ε.Ε.Υ. η εξήγηση που περιέχεται στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τους φακέλους. Τέτοια εξήγηση, έδωσε η Ε.Ε.Υ. σε άλλες περιπτώσεις αλλά εδώ δεν είπε τίποτε. Δεν ανέφερε πως δεν υπήρχαν στοιχεία ουσιώδη που δεν είχαν ήδη αποτιμηθεί, οπότε θα προέκυπτε και στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα αν επιβάλλεται ή δεν επιτρέπεται ο εκ νέου υπολογισμός τους. Η. Ε.Ε.Υ. απλώς σημείωσε πως το περιεχόμενο των φακέλων, γενικά, δε δικαιολογούσε την προσθήκη μονάδων. Αυτό δεν αρκεί. Θα μπορούσε να ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Και εγείρεται ερώτημα τουλάχιστον αναφορικά με τα εγκώμια στις συνήθεις εκθέσεις της αιτήτριας, αλλά και την εν γένει δράση και προσφορά της μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό, όπως φαίνεται στους φακέλους.
5. Η Ε.Ε.Υ. όφειλε να είχε αιτιολογήσει κάθε πτυχή της απόφασής της σε σχέση με το κρίσιμο, για τη σταδιοδρομία των υποψηφίων και την αξιοκρατική στελέχωση της υπηρεσίας, έργο της προσθήκης μονάδων. Η προσθήκη μονάδων με βάση τη συνέντευξη και τους φακέλους συνιστά το δικαίωμα. Από εκεί και πέρα και αυτή είναι η ουσία, ο νόμος απαιτεί αιτιολογημένη απόφαση η οποία, εννοείται, θα καθιστά δυνατό το δικαστικό έλεγχο. Κάθε άλλο παρά παρέχεται τέτοια δυνατότητα εδώ, και στο πλαίσιο των δεδομένων, αφού δηλαδή είναι αναιτιολόγητη και η κρίση ως προς το περιεχόμενο των φακέλων, απολήγει ακαδημαϊκό και το ερώτημα αναφορικά με τη δυνατότητα προσθήκης μονάδων μόνο για τη συνέντευξη.
Επειδή είναι αναιτιολόγητη κατά παράβαση του Νόμου η απόφαση σε σχέση με τις πρόσθετες μονάδες και, επιπλέον, επειδή η Ε.Ε.Υ. υπερέβη ως προς το ίδιο θέμα τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας στο πλαίσιο του νόμου, στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας.
H προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα.
Αναφερόμενες υποθέσεις:
Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 102,
Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134,
Δημοκρατία κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1995) 3 Α.Α.Δ. 53,
Δημοκρατία ν. Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ. 422,
Γενακρίτου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 497,
Χατζηαριστείδης ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 4668,
Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574,
Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134,
Παναγιώτου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1659,
Πουλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3104,
Παλλαρή ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 868/96, ημερ. 13/3/98,
Λοΐζου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1878,
Νικολαΐδης ν. Δημοκρατίας (1998) 4 Α.Α.Δ. 173.
Προσφυγή.
Προσφυγή εναντίον της απόφασης της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας με την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη προήχθηκαν στις θέσεις Διευθυντή Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης αντί της αιτήτριας.
Α. Σ. Αγγελίδης, για την Αιτήτρια.
Ε. Λοϊζίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄για τους Καθ' ων η αίτηση.
Cur. adv. vult.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Με απόφαση της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Ε.Ε.Υ.) ημερομηνίας 26.5.97, πληρώθηκαν 16 θέσεις Διευθυντή Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης. Η αιτήτρια προσβάλλει την προαγωγή των Χρ. Καλλίδου, Χρ. Βασιλείου και Ν. Νεάρχου.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή έκρινε όλους τους υποψηφίους, μαζί και την αιτήτρια και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ως προσοντούχους και αποτίμησε αριθμητικά την αξία, την αρχαιότητα και τα προσόντα τους. Στον κατάλογο των προτεινόμενων για προαγωγή που κατάρτισε, η αιτήτρια ήταν έκτη με 205.50 μονάδες, η Χρ. Καλλίδου 13η με 204 μονάδες, ο Χρ. Βασιλείου 17ος με 203.75 μονάδες και ο Ν. Νεάρχου 31ος με 203 μονάδες. Στον τελικό κατάλογο διατηρήθηκε η πιο πάνω σειρά και η ΕΕΥ υπέβαλε τους υποψηφίους σε προφορικές συνεντεύξεις. Για λόγους που παρατέθηκαν, κρίθηκε ότι η αιτήτρια απέδωσε καλά πλήν, η Χρ. Καλλίδου πολύ καλά συν, ο Χρ. Βασιλείου πάρα πολύ καλά και ο Ν. Νεάρχου εξαιρετικά. Την καταγραφή των εντυπώσεων από τις συνεντεύξεις, ακολούθησε η απόδοση πρόσθετων μονάδων γι' αυτή, με βάση το άρθρο 35Β(10)(β) του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969 (Ν.10/69 όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 65/87). Δόθηκαν στην αιτήτρια 0.50 της μονάδας, στη Χρ. Καλλίδου 2.50 μονάδες, στο Χρ. Βασιλείου 3 μονάδες και στο Ν. Νεάρχου 4 μονάδες. Ανατράπηκε, επομένως, η σειρά του καταλόγου. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ξεπέρασαν την αιτήτρια που είχε πλέον 206 μονάδες. Ο Ν. Νεάρχου συγκέντρωσε 207, ο Χρ. Βασιλείου 206.75 και η Χρ. Καλλίδου 206.50. Το επόμενο βήμα ήταν η μελέτη των προσωπικών φακέλων και των φακέλων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων. Η Ε.Ε.Υ. αποφάσισε ότι "το περιεχόμενο των φακέλων των υποψηφίων δεν δικαιολογεί την αύξηση των μονάδων των υποψηφίων". Συνεπώς, στη βάση της σειράς όπως αυτή είχε διαμορφωθεί, προάχθηκαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Η αιτήτρια παραπονείται γιατί η επιτυχημένη σταδιοδρομία της, η αντικειμενική αποτίμηση της οποίας διαχρονικά την έφερε πρώτη σε σύγκριση με τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, υποχώρησε μπροστά στις υποκειμενικές εντυπώσεις που σχηματίστηκαν σε σχέση με την απόδοση στις ολιγόλεπτες συνεντεύξεις. Τονίζει το γεγονός ότι ήταν η μόνη που κατείχε πρόσθετο προσόν σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας και επισημαίνει πως στην υπέρτερη βαθμολογία της συνέτεινε και η καλύτερη αξιολόγησή της στις υπηρεσιακές εκθέσεις. Πιο συγκεκριμένα πρότεινε τα ακόλουθα ως λόγους ακυρότητας.
1. Ορισμένα από τα κριτήρια που οδήγησαν στις εντυπώσεις από τις συνεντεύξεις, ήταν εξωγενή. Τέτοια ήταν η εμφάνιση και προσωπικότητα, η γλωσσική επάρκεια, άνεση και σαφήνεια στη διατύπωση απόψεων και η μεθοδική τεκμηρίωση των απόψεων. Αντίθετα, δεν προβλέφθηκε η υποβολή ερωτήσεων προς διαπίστωση της απαιτούμενης γνώσης μιας των ευρωπαϊκών γλωσσών.
2. Διατύπωσε γνώμη για την απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις και ο Διευθυντής Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ δεν προβλέπει ο Νόμος τέτοιο στοιχείο κρίσης.
3. Το άρθρο 35Β(10)(β) προβλέπει εξουσία για προσθήκη μέχρι πέντε μονάδων με αναφορά στη συνέντευξη και στους φακέλους. Η Ε.Ε.Υ. αντίθετα προς το Νόμο και, πάντως, χωρίς αιτιολογία, δεν έδωσε μονάδες με αναφορά στους φακέλους.
4. Η προσθήκη μέχρι και 4 μονάδων με αναφορά στη συνέντευξη ήταν παράνομη και, πάντως, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί της συνέντευξης αιτιολογημένη απόφαση αναφορικά με το πόσες μονάδες θα αναλογούσαν σ' αυτές και πόσες στους φακέλους. Η Ε.Ε.Υ. πρόσθεσε ακόμα και 4 μονάδες στη συνέντευξη χωρίς να γνωρίζει τι θα εντόπιζε στους φακέλους. Με αποτέλεσμα να χάσει η διαδικασία τον απρόσωπο χαρακτήρα της αφού, όταν η Ε.Ε.Υ. μελετούσε τους φακέλους, ήταν γνωστό ποιοι θα προάγονταν αν δεν δίδονταν μονάδες για τους φακέλους.
5. Αφού η αιτήτρια είχε πρόσθετο προσόν, χρειαζόταν ειδική αιτιολογία για τη παραγνώρισή του, που δεν δόθηκε. Τουλάχιστον όφειλε η Ε.Ε.Υ. να της αποδώσει πρόσθετες μονάδες γι' αυτό.
6. Η απόφαση της Ε.Ε.Υ. για τις πρόσθετες μονάδες ήταν γενικά αναιτιολόγητη και απέληξε σε δυσμενή μεταχείριση της αιτήτριας.
7. Η Ε.Ε.Υ. δεν αναφέρεται, δεν ερεύνησε και δεν διαπίστωσε αν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα κατέχουν το απαιτούμενο προσόν της γνώσης μιας από τις επικρατέστερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Στην Παύλος Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 102 εξετάστηκε ζήτημα ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης της απόδοσης κατά τις συνεντεύξεις, παρόμοια προς τα τρία που συζητήθηκαν εδώ. Το επιχείρημα εκεί ήταν διαφορετικό αλλά η Ολομέλεια έκρινε πως τα κριτήρια που τέθηκαν ήταν ευλόγως επιτρεπτά. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να συμφωνήσω πως όσα εξειδικεύθηκαν εδώ μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξωγενή, με την ακόλουθη επιφύλαξη. Νομίζω πως θα μπορούσε να συζητηθεί η αναφορά στην "εμφάνιση", αλλά δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να προσδίδει στο θέμα αυτό πρακτική σημασία. Η Ε.Ε.Υ. αιτιολόγησε τις εντυπώσεις της και δεν αναφέρθηκε στην εμφάνιση της αιτήτριας και των ενδιαφερομένων προσώπων.
Επίσης είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός αναφορικά με τις εντυπώσεις του Διευθυντή από τις συνεντεύξεις. Ο Διευθυντής μπορούσε να εκφέρει κρίσεις (άρθρο 35(Β)(9) και εκείνο που μετρά, και που πράγματι μέτρησε εδώ, είναι οι εντυπώσεις της Ε.Ε.Υ. (άρθρο 35Β(10)(β) και συναφώς Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134).
Μπορεί να είναι σύντομη και η αναφορά στα επιχειρήματα ως προς το πρόσθετο προσόν της αιτήτριας και τη γνώση ευρωπαϊκής γλώσσας. Οι αρχές ως προς την ανάγκη αιτιολόγησης της παραγνώρισης πρόσθετου προσόντος δεν είναι δυνατό να εισαχθούν στο πλαίσιο της αριθμητικής αποτίμησης που προβλέπει ο Νόμος και που περιλαμβάνει και τα προσόντα. Η επιλογή γίνεται, όπως προβλέπει το άρθρο 35Β(10)(β) με βάση ".....τις μονάδες που έχει κάθε υποψήφιος στον κατάλογο τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να αυξήσει μέχρι 5....". Ως προς το προσόν της ευρωπαϊκής γλώσσας οι καθ' ων η αίτηση επισημαίνουν πως τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως και η αιτήτρια, περιλήφθηκαν στον κατάλογο της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως προσοντούχοι, χωρίς να υπάρξει ένσταση γι' αυτό. Επί του προκειμένου είναι σχετική η απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Δημοκρατία κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1995) 3 Α.Α.Δ. 53 αλλά, όπως υποδεικνύουν οι καθ' ων η αίτηση, το προσόν που συζητήθηκε ήταν απαραίτητο στη θέση που ήδη κατείχαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. (Δημοκρατία ν. Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ. 422).
Μένουν τα σοβαρά πράγματι επιχειρήματα αναφορικά με τις πρόσθετες μονάδες που δόθηκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 35Β(10)(β) η Ε.Ε.Υ. μπορεί να αυξήσει μέχρι πέντε τις μονάδες που έχει κάθε υποψήφιος στον κατάλογο,
"με αιτιολογημένη απόφασή της η οποία θα στηρίζεται στην εντύπωση που αποκόμισε από τις προσωπικές συνεντεύξεις και στο περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Υπηρεσιακών Εκθέσεων".
Στη Γενακρίτου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 497 η Ολομέλεια έκρινε πως αιτιολογία που αναπαρήγαγε τις πρόνοιες του Νόμου θα μπορούσε να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο των φακέλων. Στη βάση αυτή, που με δέσμευε, στη Νίκος Χ"Αριστείδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1992) 4�.Α.Α.Δ. 4668 αναζήτησα αιτιολογικό έρεισμα στους φακέλους. Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574 που ακολούθησε, η Ολομέλεια ασχολήθηκε ειδικά με τις επιπτώσεις από την απαίτηση του Νόμου για αιτιολογία. Κρίθηκε πως όπου ο Νόμος απαιτεί αιτιολογία αυτή πρέπει να φαίνεται στο σώμα της πράξης, ως συστατικό της στοιχείο. Αυτή η θέση υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια στην Πιπερίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134. Αναφορικά δε με την απλή αναπαραγωγή των προνοιών του Νόμου, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
"Ο Νόμος καθορίζει τους παράγοντες βάσει των οποίων είναι επιτρεπτό να παραχωρηθούν πρόσθετες μονάδες. Αυτή είναι η εντύπωση που απεκόμισε η Ε.Ε.Υ. από τις προσωπικές συνεντεύξεις, και το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Υπηρεσιακών Εκθέσεων. Η απόφαση της Ε.Ε.Υ. περιορίζεται στην αναγραφή, που εν προκειμένω απολήγει να είναι αχρείαστη επανάληψη, των παραγόντων που ήδη καθορίζει ο Νόμος. Αυτό δεν είναι αιτιολογία. Παραμένει εντελώς άγνωστος ο συλλογισμός. Δεν γνωρίζουμε ποιές μονάδες δόθηκαν με αναφορά στη συνέντευξη και ποιές με αναφορά στους Φακέλους και τις Εκθέσεις και γιατί. Επισημαίνουμε εδώ πως η απόφαση περιέχει διαφοροποιήσεις ακόμα και σε εκατοστά της μονάδας. Η Ε.Ε.Υ. αναφέρει πως έλαβε υπόψη και τους Φακέλους και τις Εκθέσεις αλλά δεν γνωρίζουμε τί από τις Εκθέσεις και τί από τους Φακέλους διαδραμάτισε τον ένα ή τον άλλο ρόλο. Όπως έχουν τα πράγματα ο δικαστικός έλεγχος είναι εντελώς αδύνατος. Όσα αναφέρονται στην απόφαση θα μπορούσαν να ταιριάξουν σε κάθε υπόθεση, όπως άλλωστε καταφαίνεται και από το γεγονός ότι συνιστούν την ενιαία βάση για την προσθήκη που ακολούθησε ως προς τον κάθε ένα από τους υποψηφίους."
Aκολούθησε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων σε σχέση με διάφορους τρόπους προσθήκης μονάδων που υιοθέτησε κατά περίπτωση η Ε.Ε.Υ. Έχει γίνει αναφορά στις Θέλμα Παναγιώτου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1659, Ζήνα Πουλλή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3104, Ανδρούλλα Παλλαρή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή 868/96, ημερομηνίας 13.3.98 και Ελένη Καλλή - Μιχαηλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας 869/96 ημερομηνίας 31.3.98. Έχω επίσης υπόψη μου τις υποθέσεις Μαρία Λοΐζου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1878 και Νίκος Νικολαΐδης ν. Δημοκρατίας (1998) 4 Α.Α.Δ. 173.
Η Ε.Ε.Υ., σε ορισμένες περιπτώσεις αποφάσισε να προσθέσει μονάδες για τους φακέλους, μόνο σε σχέση με στοιχεία που δεν είχαν αποτιμηθεί αριθμητικά. Έτσι, στη Ζήνα Πουλλή έδωσε πρόσθετες μονάδες για τη συνεχή προσπάθεια επιμόρφωσης, για δημοσιεύσεις και για κοινωνική ή συνδικαλιστική δραστηριότητα. Αποφασίστηκε πως θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη και οι συνήθεις εκθέσεις που επίσης δεν αποτιμούνται αριθμητικά και, στην έκταση που η παράλειψη επηρέασε, η απόφαση ακυρώθηκε. Στη Θέλμα Παναγιώτου δόθηκαν πρόσθετες μονάδες σε μια υποψήφια για συνεχή προσπάθεια επιμόρφωσης, για προσφορά στην προαγωγή και ανάπτυξη του μαθήματος των γαλλικών, για συγγραφικό έργο και για πλούσια κοινωνική εξωσχολική δραστηριότητα. Η μή προσθήκη μονάδων και στους αιτητές με την εξήγηση πως δεν υπήρχαν στους φακέλους στοιχεία που να τη δικαιολογούσαν κρίθηκε, μεταξύ άλλων, αναιτιολόγητη. Υπήρχαν στο φάκελο στοιχεία για προσπάθειες και δράση όμοιες με εκείνες του ενδιαφερομένου προσώπου. Στην Ελένη Καλλή-Μιχαηλίδου προσετέθηκαν μονάδες πάνω στην ίδια βάση, για δραστηριότητες στη Μουσική ενώ στην Παλλαρή δεν προσδιορίστηκαν τα στοιχεία των φακέλων που στήριζαν την προσθήκη οπότε η απόφαση κρίθηκε αναιτιολόγητη για εκείνο το λόγο. Στην Μαρία Λοϊζου η Ε.Ε.Υ. πρόσθεσε μονάδες μόνο για τη συνέντευξη επειδή θεώρησε πως στην αριθμητική αποτίμηση αντιπροσωπεύονταν όλα τα στοιχεία που περιέχονταν στους φακέλους και η απόφασή της ακυρώθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή αυτό ήταν ανακριβές αφού υπήρχαν στους φακέλους οι συνήθεις εκθέσεις που δεν είχαν αποτιμηθεί. Τελικά, στη Νίκος Νικολαΐδης, Ελένη Καλλή-Μιχαηλίδου και Ανδρούλλα Παλλαρή, στις οποίες είχαν δοθεί μονάδες και για τους φακέλους και για τις συνεντεύξεις κρίθηκε πως όφειλε η Ε.Ε.Υ. να αιτιολογήσει και τον καταμερισμό που έκαμε.
Είναι γεγονός πως παρατηρείται διάσταση σε μερικές από τις πιο πάνω υποθέσεις σε σχέση με ορισμένες πτυχές. Στην Ζήνα Πουλλή ο δικαστής Κραμβής έκρινε πως δεν ήταν επιτρεπτή η προσθήκη μονάδων με αναφορά σε στοιχεία των φακέλων που είχαν αποτιμηθεί σε μονάδες. Επίσης, με αναφορά στην Νίκος Χ"Αριστείδης, πώς μπορούσε η Ε.Ε.Υ. να προσθέσει μονάδες με βάση μόνο τη συνέντευξη. Ενώ στις Θέλμα Παναγιώτου και Μαρία Λοΐζου ο δικαστής Καλλής άχθηκε και ως προς τα δυο ζητήματα, σε αντίθετη κατάληξη.
Στην παρούσα υπόθεση η ΕΕΥ, αμέσως μετά τις συνεντεύξεις, πριν εξετάσει το περιεχόμενο των φακέλων, διέσπασε το έργο της σε στάδια και πρόσθεσε μονάδες για τη συνέντευξη. Τόσες, που ανέτρεψαν ήδη τη σειρά στον κατάλογο. Εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά. Στον Νεάρχου έδωσε 4 μονάδες. Τί σημαίνει αυτό; Υπάρχουν δυο ενδεχόμενα. Σημαίνει πως αποφάσισε να κατανείμει για τη συνέντευξη τις τέσσερις από τις πέντες μονάδες που είχε δικαίωμα να προσθέσει. Οπότε έδωσε στο Νεάρχου που απέδωσε εξαίρετα αυτές τις τέσσερις μονάδες και στους άλλους λιγότερες ανάλογα με την απόδοσή τους. Σε τέτοια περίπτωση απέμενε για όλους μόνο μια μονάδα που θα μπορούσε να δοθεί για τους φακέλους. Διαφορετικά σήμαινε πως πρόσθεσε όσες μονάδες έκρινε ότι άξιζε η απόδοση στη συνέντευξη, χωρίς να αποκλείεται να προστεθούν περισσότερες στον καθένα, δηλαδή πέραν της μιας, ανάλογα με το περιεχόμενο των φακέλων. Σε τέτοια περίπτωση θα απέμεναν δυνητικά 4.50 μονάδες για την αιτήτρια και λιγότερες για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, μάλιστα στην περίπτωση του Νεάρχου μόνο μια.
Οι καθ' ων η αίτηση, απαντώντας στην εισήγηση πως ήταν λάθος η μή αιτιολόγηση της απόφασης της Ε.Ε.Υ, μάλιστα κατά το χρόνο που την πήρε, να δώσει μέχρι 4 βαθμούς για τη συνέντευξη, αφήνοντας μόνο μια για τους φακέλους, υποστήριξε πως και αν ευσταθούσε, η παράλειψη δεν επηρέασε δυσμενώς την αιτήτρια αφού τελικά δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε στους φακέλους που να δικαιολογούσε την προσθήκη μονάδων γι' αυτούς. Εν πάση περιπτώσει, η προσθήκη τόσων βαθμών για τη συνέντευξη ήταν δικαιολογημένη αφού η θέση βρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία και, για τον ίδιο λόγο, η διακριτική ευχέρεια ήταν ευρεία και συνεπώς αρκούσε ανάλογα "λιγότερη" αιτιολογία. Υποστήριξαν πως "υπάρχει η δέουσα αιτιολογία" για τη μή προσθήκη μονάδων για τους φακέλους αφού πλείστα στοιχεία τους αποτιμούνται σε μονάδες και δεν υπήρχε εξουσία για εκ νέου συνυπολογισμό τους.
Είδαμε πως η αιτιολογία, αφού απαιτείται από το Νόμο, πρέπει να είναι ρητή στο σώμα της απόφασης. Τέτοια αιτιολογία για την πρόσδοση μέχρι τουλάχιστον 4 μονάδων για τη συνέντευξη δεν υπάρχει. Επιπλέον, η ΕΕΥ υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας στο πλαίσιο του Νόμου, με την απόφαση για διάσπαση του ενιαίου έργου της προσθήκης μονάδων. Όχι μόνο γιατί εν προκειμένω δεν είναι καθόλου καθαρό ποιό ακριβώς ήταν το νόημα του χειρισμού και ποιές ήταν οι δυνατότητες που αφήνονταν. Σε κάθε περίπτωση, με τη διάσπαση η Ε.Ε.Υ. προδεσμεύτηκε χωρίς να γνωρίζει τί θα αποκάλυπταν οι φάκελοι. Επίσης, δεν ανήκει στην Ε.Ε.Υ. η εξήγηση που περιέχεται στη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τους φακέλους. Τέτοια εξήγηση, όπως σημείωσα, έδωσε η Ε.Ε.Υ. σε άλλες περιπτώσεις αλλά εδώ δεν είπε τίποτε. Δεν ανέφερε πως δεν υπήρχαν στοιχεία ουσιώδη που δεν είχαν ήδη αποτιμηθεί, οπότε θα προέκυπτε και στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα αν επιβάλλεται ή δεν επιτρέπεται ο εκ νέου υπολογισμός τους. Η Ε.Ε.Υ. απλώς σημείωσε πως το περιεχόμενο των φακέλων, γενικά, δεν δικαιολογούσε την προσθήκη μονάδων. Αυτό δεν αρκεί. Θα μπορούσε να ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Και εγείρεται ερώτημα τουλάχιστον αναφορικά με τα εγκώμια στις συνήθεις εκθέσεις της αιτήτριας αλλά και την εν γένει δράση και προσφορά της μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό, όπως τη βρίσκουμε στους φακέλους.
Η Ε.Ε.Υ. όφειλε να είχε αιτιολογήσει κάθε πτυχή της απόφασής της σε σχέση με το κρίσιμο, για τη σταδιοδρομία των υποψηφίων και την αξιοκρατική στελέχωση της υπηρεσίας, έργο της προσθήκης μονάδων. Η προσθήκη μονάδων με βάση τη συνέντευξη και τους φακέλους συνιστά το δικαίωμα. Από εκεί και πέρα, και αυτή είναι η ουσία, ο νόμος απαιτεί αιτιολογημένη απόφαση η οποία, εννοείται, θα καθιστά δυνατό το δικαστικό έλεγχο. Κάθε άλλο παρά παρέχεται τέτοια δυνατότητα εδώ, και στο πλαίσιο των δεδομένων, αφού δηλαδή είναι αναιτιολόγητη και η κρίση ως προς το περιεχόμενο των φακέλων, απολήγει ακαδημαϊκό και το ερώτημα αναφορικά με τη δυνατότητα προσθήκης μονάδων μόνο για τη συνέντευξη.
Επειδή είναι αναιτιολόγητη κατά παράβαση του Νόμου η απόφαση σε σχέση με τις πρόσθετες μονάδες και, επιπλέον, επειδή η Ε.Ε.Υ. υπερέβη ως προς το ίδιο θέμα τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας στο πλαίσιο του νόμου, στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας.
Η προσφυγή επιτυγχάνει, με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.
Η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα.