ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


(2008) 2 ΑΑΔ 613

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 92/2008)

 

15 Σεπτεμβρίου, 2008

 

[ΚΡΑΜΒΗΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στές]

 

BELLAL AHMAD ISSA JADALLAH,

 

Εφεσείων,

ΚΑΙ

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ,

 

Εφεσίβλητη.

- - - - - - -

 

Π. Πετράκης, για τον Εφεσείοντα.

 

Δ. Παπαμιλτιάδους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας,  για την Εφεσίβλητη.

 

- - - - - - -

 

ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Γαβριηλίδης, Δ.

- - - - - -

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η  (E X - T E M P O R E)

 

ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με δύο κατηγορίες: Ότι εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία ενώ είχε προηγουμένως απελαθεί βάσει διατάγματος απέλασης, και ότι, μεταξύ του Μαρτίου του 2006 και του Μαΐου του 2008, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, διέμενε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια από το Λειτουργό Μετανάστευσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε ενοχή.

 

Τα γεγονότα, όπως εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή, συνίσταντο στο ότι ο εφεσείων, Ιορδανός, ήλθε στην Κύπρο για πρώτη φορά το 2003, από το αεροδρόμιο Λάρνακας, και, στις 20.7.2004, συνελήφθη και απελάθη, αφού έληξε η άδεια παραμονής του. Τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων (stop-list). Ο εφεσείων εισήλθε για δεύτερη φορά παράνομα στη Δημοκρατία, από τα κατεχόμενα, και, αφού εντοπίστηκε, συνελήφθη και απελάθη, για δεύτερη φορά, στις 28.12.2005. Το Μάρτιο του 2006 επανήλθε, μέσω και πάλι των κατεχομένων, και παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα για δύο και πλέον χρόνια μέχρι την 21.5.2008. Την ημέρα εκείνη συνελήφθη, στην οδό Ονασαγόρου, στη Λευκωσία, όταν προσεγγίστηκε από την Αστυνομία για έλεγχο. Όταν ρωτήθηκε πώς ονομάζεται, ανέφερε εσφαλμένο όνομα και ότι καταγόταν από την Παλαιστίνη, χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα. Στη συνέχεια, όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει το διαβατήριό του, ετράπη σε φυγή. Αφού καταδιώχθηκε, συνελήφθη από την Αστυνομία, η οποία, στη συνέχεια, από τις εξετάσεις που έκαμε, διαπίστωσε τα πραγματικά του στοιχεία, όπως και το ότι ήταν καταχωρημένος, για τους λόγους που επεξηγήσαμε, στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων (stop-list). Του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο και απάντησε, "Δεν το ήξερα. Συγνώμη." Στη συνέχεια, έδωσε κατάθεση και παραδέχθηκε ενοχή.

 

Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα γεγονότα, το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις, όπως είχαν αναφερθεί από τον ίδιο, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε χωρίς δικηγόρο, επέβαλε στον εφεσείοντα την ποινή των εννέα μηνών φυλάκισης στη δεύτερη κατηγορία και καμιά ποινή στην πρώτη, εφόσον η είσοδός του στη Δημοκρατία στοιχειοθετούσε τα γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας. Επεξηγώντας το λόγο της επιβολής αυτής της ποινής, το Δικαστήριο τόνισε, πέρα από τα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση, και το γεγονός ότι παρατηρείται έξαρση σε αυτού του είδους τα αδικήματα.

 

Με την ενώπιόν μας έφεση ο εφεσείων εγείρει τρεις λόγους.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης είναι ότι η καταδίκη του, παρά την παραδοχή του, είναι εσφαλμένη, διότι αυτός εστερήθη του ανθρωπίνου δικαιώματος για δίκαιη δίκη, δεδομένου ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν του επέτρεψε πρόσβαση σε δικηγόρο, παρά τις υποσχέσεις της. Δεν θα εξετάσουμε αυτό το λόγο έφεσης, εφόσον το ζήτημα εγείρεται, για πρώτη φορά, ενώπιόν μας. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στα πρακτικά του Δικαστηρίου ούτε και έχει εγερθεί θέμα διόρθωσής τους.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξηγήσει στον εφεσείοντα το δικαίωμά του να έχει δικηγόρο. Όπως διατυπώνεται η θέση στο διάγραμμα του δικηγόρου του, «επειδή όπως ανέφερε το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στα αδικήματα της φύσης που αντιμετώπιζε ο εφεσείων υπάρχει έξαρση και συνεπώς το ενδεχόμενο φυλάκισης του εφεσείοντα ήτο ορατό το Πρωτόδικο Δικαστήριο το ίδιο έπρεπε να ελέγξει κατά πόσον ο εφεσείων επιθυμούσε την βοήθεια δικηγόρου πράγμα που παρέλειψε να πράξει. Τοσούτο μάλλον όταν πρόκειται περί αλλοδαπού που αντιμετώπιζε θέμα γλώσσας και δεν μπορούσε να γνωρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του.» Επί του σημείου αυτού υπάρχει απόφαση του Εφετείου στη Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 72. Το σχετικό απόσπασμα, στη σελίδα 76, έχει ως εξής:

 

"Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την παράλειψή του να πληροφορήσει τον εφεσείοντα για το δικαίωμά του να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της επιλογής του και, μάλιστα, με το σύστημα της νομικής αρωγής, είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματός του να υπερασπιστεί από δικηγόρο της επιλογής του, δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12.5 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Το Άρθρο 12.5 του Συντάγματος όντως κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να υπερασπιστεί από δικηγόρο της επιλογής του. Δεν επιβάλλει, όμως, καμιά υποχρέωση στο Δικαστήριο να τον πληροφορήσει για αυτό του το δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το δικαίωμα νομικής αρωγής. Ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος 165(Ι)/2002 δεν επιβάλλει στο Δικαστήριο την υποχρέωση να ενημερώσει τον κατηγορούμενο για το δικαίωμα του να ζητήσει νομική αρωγή. Το άρθρο 17(1) του Νόμου προβλέπει ότι ο κατηγορούμενος, εφόσον επιθυμεί να έχει νομική αρωγή, πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση."

 

 

Συνακόλουθα, και αυτός ο λόγος απορρίπτεται.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης είναι ότι η ποινή των εννέα μηνών φυλάκισης είναι έκδηλα υπερβολική. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού, ο δικηγόρος του εφεσείοντος ανέφερε ότι η ποινές που έχει υπόψη του να έχουν επιβληθεί από τα Δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις κυμαίνονται μεταξύ ενός και πέντε μηνών. Δεν θα συμφωνήσουμε με αυτή τη θέση. Υπάρχουν περιπτώσεις που επιβλήθηκαν πολύ αυστηρότερες ποινές για παρόμοια αδικήματα. (Βλ., μεταξύ άλλων, Methyed v. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 435.) Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα. Στην περίπτωση του εφεσείοντος, δεν βλέπουμε πως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων, όπως τα έχουμε εκθέσει, αλλά και της έξαρσης που παρατηρείται αναφορικά με αυτά τα αδικήματα. Δεν μπορεί κάποιος να απελαύνεται μια φορά, να επανέρχεται στην Κύπρο παράνομα, να απελαύνεται δεύτερη φορά και να επανέρχεται και πάλι στην Κύπρο παράνομα, να παραμένει στη συνέχεια στην Κύπρο για δύο και πλέον χρόνια, μέχρις ότου εντοπισθεί από την Αστυνομία, και μετά που θα προσαχθεί στο Δικαστήριο να παραπονείται ότι ποινή εννέα μηνών φυλάκισης είναι έκδηλα υπερβολική.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Δ.

 

Δ.

 

Δ.

                                                                       

 

 

/ΧΤΘ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο