ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ECLI:CY:AD:2016:D76
(2016) 1 ΑΑΔ 346
9 Φεβρουαρίου, 2016
(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/στής)
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΤΑΛΜΑ
ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΕΡΤΙΟΡΑΡΙ (CERTIORARI) ΚΑΙ
ΠΡΟΧΙΠΙΣΙΟΝ (PROHIBITION),
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΚΑΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 14792/12 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 07/01/2016 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ-ΑΙΤΗΤΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΙΜΗ ΔΙΚΑΣΤΗ ΕΥΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥΣ
ΚΑΙ/Ή ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ. (ΑΡ. 1)
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 18/2016)
Προνομιακά εντάλματα ― Certiorari ― Αιτητής ο οποίος εμφανιζόταν αυτοπροσώπως, αιτήθηκε παραχώρηση άδειας καταχώρησης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως Certiorari, προς το σκοπό εξαίρεσης και απαγόρευσης επαρχιακής Δικαστού από τη συνέχιση εκδίκασης της υπόθεσής του.
Προνομιακά εντάλματα ― Certiorari ― Προϋποθέσεις παροχής άδειας ― Όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και διαφαίνεται από το τηρηθέν πρακτικό, έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης ― Όταν προβλέπεται άλλο ένδικο μέσο και ειδικά έφεση, πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η σχετική διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκείται θετικά.
Ο αιτητής, ο οποίος κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης ήταν κατηγορούμενος σε αριθμό υποθέσεων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, αλλά και άλλων Δικαστηρίων όπου αντιμετώπιζε κατηγορίες απάτης, επιδίωξε με την αίτηση την παραχώρηση άδειας προς καταχώρηση αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος της φύσεως Certiorari προς έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition για εξαίρεση και απαγόρευση της Δικαστού από τη συνέχιση εκδίκασης της υπόθεσής του.
Ο αιτητής στήριξε το αίτημα του στους κάτωθι λόγους:
α) Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του εφόσον όλες σχεδόν οι ερωτήσεις που υπέβαλλε στους μάρτυρες κατηγορίας θεωρήθηκαν αντινομικές και άσχετες με την υπόθεση.
β) Η Επαρχιακή Δικαστής δεν μπορούσε να επιληφθεί αιτήματος εξαίρεσης της καθώς κάτι τέτοιο αντίκειται στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και του δημοκρατικού αξιώματος.
γ) Λανθασμένα δεν ικανοποίησε το αίτημά του για νομική αρωγή και
δ) κατά την επιβολή ποινής στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης, της 2021/12 χρησιμοποίησε όπως ισχυρίστηκε, εναντίον του «χυδαίους χαρακτηρισμούς», τους οποίους κατά την εξ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης προσδιόρισε σε δύο. Το πρώτο, ότι έκρινε πως «Το κυρίαρχο στοιχείο της υπό κρίση υπόθεσης είναι η κατ' εξακολούθηση εξαπάτηση από τον κατηγορούμενο 2 συνανθρώπων μας, οι οποίου του έδιναν τις οικονομίες τους για ένα διαμέρισμα για να ανακαλύψουν αργότερα ότι ήταν ξανά πωλημένο .» και, το δεύτερο, πως «. οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσο είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία.»
Αποφασίστηκε ότι:
1. Με βάση τις νομολογημένες νομικές αρχές εξετάστηκε ως πρώτο ζήτημα κατά πόσο τα παράπονα του αιτητή κατεδείκνυαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και η απάντηση ήταν αρνητική.
2. Το παράπονο ότι η πρωτόδικος Δικαστής δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του ήταν γενικό και αόριστο εφόσον δεν προσδιόριζε τις ερωτήσεις που κατ' ισχυρισμό δεν επετράπησαν να υποβληθούν.
3. Εν πάση περιπτώσει, ήταν θέμα το οποίο μπορούσε να προωθήσει με έφεση στην περίπτωση που ενδεχομένως κρινόταν ένοχος.
4. Το δεύτερο παράπονο του έκδηλα δεν ευσταθούσε εφόσον μόνο ο Δικαστής που εκδικάζει μια υπόθεση μπορεί να εξαιρεθεί στη βάση των αναγνωρισμένων από τη νομολογία κριτηρίων και δεν μπορεί - όπως είναι η θέση του αιτητή - αιτήματα εξαίρεσης ενός δικαστή να παραπέμπονται προς εξέταση από άλλο δικαστή.
5. Το γεγονός δε ότι η ίδια Δικαστής είχε δικάσει και άλλη υπόθεση του στο πλαίσιο της οποίας απέρριψε τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη, δεν αποτελεί εμπόδιο εκδίκασης και μεταγενέστερης υπόθεσης εφόσον η ορθότητα της δικαστικής κρίσης στην προηγούμενη υπόθεση ελέγχεται από αρμόδιο δικαστήριο.
6. Σ' ότι δε αφορούσε στο παράπονο ότι δεν ικανοποιήθηκε αίτημά του για νομική αρωγή, αυτό άπτετο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης επί του ζητήματος και όχι της νομιμότητας της που αποτελεί το πεδίο των προνομιακών ενταλμάτων.
7. Τέλος, σ' ότι αφορούσε στο τέταρτο παράπονο, αυτό στερείτο παντελώς ερείσματος εφόσον η φρασεολογία που χρησιμοποίησε η πρωτόδικος Δικαστής σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι συνιστούσε «χυδαίους χαρακτηρισμούς» ή ότι υποδηλούσε έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους της, έναντι του.
Η αίτηση για άδεια απορρίφθηκε.
Αναφερόμενες Υποθέσεις:
Θεοδούλου (Αρ.1) (1990) 1 Α.Α.Δ. 438,
Κωνσταντινίδου κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 853,
Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41,
Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 42,
Global Consolidatior Public Ltd (2006) 1 A.Α.Δ. 464,
Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 A.A.Δ. 116,
Κωνσταντινίδης (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298,
Περέλλα (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692,
Meterin v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 120,
Evangeli (1992) 1 Α.Α.Δ. 1443.
Αίτηση.
Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Cur. adv. vult.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Ο αιτητής είναι κατηγορούμενος σε αριθμό υποθέσεων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - τις υπ' αρ. 14792/12, 13852/13, 8848/13 και 7274/13 - αλλά και άλλων Δικαστηρίων, στις οποίες αντιμετωπίζει κατηγορίες απάτης σε βάρος αγοραστών διαμερισμάτων από την υπό εκκαθάριση εταιρεία του K & M Famagusta Ltd.
Η ακρόαση της υπόθεσης 14792/12 αναβλήθηκε δεκατέσσερις (14) φορές. Η τελευταία φορά που το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποίησε αίτημα αναβολής του αιτητή ήταν στις 22.9.15 που όρισε εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση στις 12.10.15, τονίζοντας ότι τα περιθώρια ικανοποίησης περαιτέρω αιτημάτων αναβολής είχαν εξαντληθεί.
Παρά τα πιο πάνω, στις 12.10.15 ο αιτητής υπέβαλε αίτημα νομικής αρωγής το οποίο όμως απορρίφθηκε εφόσον το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε ανεπιτυχώς και προηγουμένως στις 18.12.14. Με αποτέλεσμα την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας κατέθεσε για την Κατηγορούσα Αρχή ως μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) ο λοχίας Χρυσάνθου.
Με τη συμπλήρωση της κυρίας εξέτασης του ΜΚ1 ο αιτητής ζήτησε αναβολή προκειμένου, όπως ισχυρίστηκε, να μελετήσει τα έγγραφα που κατέθεσε ο μάρτυρας για σκοπούς αντεξέτασής του, αίτημα που το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποίησε και όρισε την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης στις 26.10.15. Όμως, ο αιτητής, είχε άλλα κατά νουν αφού στις 22.10.15 υπέβαλε αίτημα για εξαίρεση της Δικαστού από την εκδίκαση της υπόθεσης, το οποίο απορρίφθηκε στη βάση ότι δεν υποβλήθηκε με το σωστό δικονομικό τρόπο.
Με την απόρριψη του προαναφερθέντος αιτήματος, η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε όπως είχε προγραμματιστεί, αλλά στις 9.12.15 ο αιτητής κατέθεσε νέα αίτηση για εξαίρεση της Δικαστού προβάλλοντας ότι η Δικαστής (α) είχε εκδικάσει την υπόθεση 2021/12 για συναφές αδίκημα και είχε αποφασίσει για την αξιοπιστία του, (β) λανθασμένα απέρριψε αίτημα του για νομική αρωγή, (γ) αγνόησε το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν τον εφοδίασε με όλο το μαρτυρικό υλικό και (δ) τον εμπόδισε να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του αφού θεώρησε όλες τις ερωτήσεις που υπέβαλλε στους μάρτυρες κατηγορίας ως αντινομικές και άσχετες με την υπόθεση.
Η πρωτόδικη Δικαστής εξέτασε τα παράπονα του αιτητή, τα οποία και απέρριψε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 7.1.16.
Η αντίδραση του αιτητή στην απόρριψη της πιο πάνω αίτησης εκδηλώθηκε με την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητά άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition για εξαίρεση και απαγόρευση της Δικαστού από τη συνέχιση εκδίκασης της υπόθεσής του. Και αυτό στη βάση ότι η πρωτόδικος Δικαστής (α) δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του εφόσον όλες σχεδόν οι ερωτήσεις που υπέβαλλε στους μάρτυρες κατηγορίας θεωρήθηκαν αντινομικές και άσχετες με την υπόθεση, (β) δεν μπορούσε να επιληφθεί αιτήματος εξαίρεσης της καθώς κάτι τέτοιο αντίκειται στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και του δημοκρατικού αξιώματος, (γ) λανθασμένα δεν ικανοποίησε το αίτημά του για νομική αρωγή και (δ) κατά την επιβολή ποινής στο πλαίσιο της υπόθεσης 2021/12 χρησιμοποίησε εναντίον του «χυδαίους χαρακτηρισμούς», τους οποίους κατά την εκ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης προσδιόρισε σε δύο. Το πρώτο, ότι έκρινε πως «Το κυρίαρχο στοιχείο της υπό κρίση υπόθεσης είναι η κατ' εξακολούθηση εξαπάτηση από τον κατηγορούμενο 2 συνανθρώπων μας, οι οποίου του έδιναν τις οικονομίες τους για ένα διαμέρισμα για να ανακαλύψουν αργότερα ότι ήταν ξανά πωλημένο .» και, το δεύτερο, πως «. οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσο είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία .»
Μελέτησα τα όσα ο αιτητής έθεσε ενώπιον μου, έχοντας κατά νουν ότι η παροχή άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari ή Prohibition - όπως και η έκδοση τέτοιων ενταλμάτων - εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. (Θεοδούλου (Αρ.1) (1990) 1 Α.Α.Δ. 438) η οποία, όταν προβλέπεται άλλο ένδικο μέσο και ειδικά έφεση, πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ασκείται θετικά. (Βλ. Αναφορικά με τις Αιτήσεις της Αυγής 1. Κωνσταντινίδου κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 853). Ακόμα και αν ο αιτητής ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση (Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41). Κι αυτό καθότι η διαδικασία έκδοσης προνομιακού εντάλματος δεν συνιστά υποκατάστατο του ενδίκου μέσου της έφεσης (Αναφορικά με το Γενικό Εισαγγελέα (Αρ.3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 42 και Αναφορικά με την αίτηση της Global Consolidatior Public Ltd (2006) 1 A.Α.Δ. 464), ούτε στοχεύει στον έλεγχο της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης αλλά στη νομιμότητα της απόφασης (Αναφορικά με την αίτηση της Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 A.A.Δ. 116). Γενικά, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το δικαστήριο μπορεί να ασκήσει θετικά τη διακριτική του ευχέρεια για χορήγηση άδειας της εξεταζόμενης φύσεως όπου αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και διαφαίνεται από το τηρηθέν πρακτικό του (πρωτόδικου) δικαστηρίου έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Κωνσταντινίδης (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298, Περέλλα (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692).
Έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες νομικές αρχές εξέτασα ως πρώτο ζήτημα κατά πόσο τα παράπονα του αιτητή καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι αρνητική. Το παράπονο ότι η πρωτόδικος Δικαστής δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει την Υπεράσπισή του είναι γενικό και αόριστο εφόσον δεν προσδιορίζει τις ερωτήσεις που κατ' ισχυρισμό δεν επετράπηκαν να υποβληθούν. Εν πάση περιπτώσει, αν όντως δεν του επετράπη να υποβάλει αποδεκτές ερωτήσεις, είναι θέμα το οποίο μπορεί να προωθήσει με έφεση στην περίπτωση που ενδεχομένως κριθεί ένοχος. Το δεύτερο παράπονο του έκδηλα δεν ευσταθεί εφόσον μόνο ο Δικαστής που εκδικάζει μια υπόθεση μπορεί να εξαιρεθεί στη βάση των αναγνωρισμένων από τη νομολογία κριτηρίων και δεν μπορεί - όπως είναι η θέση του αιτητή - αιτήματα εξαίρεσης ενός δικαστή να παραπέμπονται προς εξέταση από άλλο δικαστή. Το γεγονός δε ότι η ίδια Δικαστής είχε δικάσει και άλλη υπόθεση του - την 2021/12 - στο πλαίσιο της οποίας απέρριψε τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη, δεν αποτελεί εμπόδιο εκδίκασης και μεταγενέστερης υπόθεσης εφόσον η ορθότητα της δικαστικής κρίσης στην προηγούμενη υπόθεση ελέγχεται από αρμόδιο δικαστήριο (Meterin v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 120 και Evangeli (1992) 1 Α.Α.Δ. 1443). Σ' ότι δε αφορά το παράπονο ότι δεν ικανοποιήθηκε αίτημά του για νομική αρωγή, αυτό άπτεται της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης επί του ζητήματος και όχι της νομιμότητας της που αποτελεί το πεδίο των προνομιακών ενταλμάτων. Τέλος, σ' ότι αφορά το τέταρτο παράπονο, αυτό στερείται παντελώς ερείσματος εφόσον η φρασεολογία που χρησιμοποίησε η πρωτόδικος Δικαστής σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να κριθεί ότι συνιστά «χυδαίους χαρακτηρισμούς» ή ότι υποδηλοί έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους της έναντι του.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση κρίνεται αβάσιμη και υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προς ικανοποίηση του αιτήματος.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Η αίτηση για άδεια απορρίπτεται.