ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(2003) 1 ΑΑΔ 338
ANΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(
< FONT FACE="Arial" SIZE=4>ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 11143)26 Μαρτίου, 2003.
[ΑΡΤΕΜΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΚΡΟΝΙΔΗΣ, Δ/στές]
ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΚΟΥΤΕΛΑΣ,
Εφεσείων-εναγόμενος,
ν.
ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΑΠΙΟΥ,
Εφεσίβλητου-ενάγοντα.
------------
Γ. Χαραλαμπίδης,
για τον Εφεσείοντα-Εναγόμενο.Χ. Ταραμουντάς, για τον Εφεσίβλητο-Ενάγοντα.
------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Π. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Στο Κλητήριο Ένταλμα ο εφεσίβλητος-ενάγων περιγραφόταν ως εργολάβος οικοδομών. Με την αγωγή του αξίωνε από τον εφεσείοντα-εναγόμενο ποσό £1.100 ως υπόλοιπο εκτελεσθεισών εργασιών στο σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου, οι οποίες του ανατέθησαν έναντι συνολικού ποσού £3.000. Όπως προέκυψε, πριν από τον Οκτώβριο του 1995, έγιναν και άλλες εργασίες στο σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου, των οποίων η αξία, όπως κατέθεσε ο εφεσίβλητος-ενάγων, ανερχόταν σε συνολικό ποσό £4.000.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τη μαρτυρία, προέβη σε αξιολόγησή της και τελικά δέχθηκε την εκδοχή του εφεσίβλητου-ενάγοντα, επιδικάζοντας σε αυτόν ποσό £1.010.
Κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, προέκυψε από τη μαρτυρία πως ο εφεσίβλητος-ενάγοντας δεν ήταν αδειούχος εργολήπτης οικοδομών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως ο ίδιος ανέφερε δίδοντας μαρτυρία, είχε άδεια εργολάβου οικοδομών μόνο πριν το 1974 και ακολούθως μετέβη στο εξωτερικό, όπου εργαζόταν ως κτίστης.
Με την πρώτη παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο εφεσείων-εναγόμενος είχε εγείρει θέμα νομιμότητας της σύμβασης και ισχυρίστηκε ότι εμποδιζόταν ο εφεσίβλητος-ενάγων να αξιώνει αμοιβή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρόλο τούτο, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα της νομιμότητας της σύμβασης και της δυνατότητας του εφεσίβλητου-ενάγοντα να απαιτήσει πληρωμή.
Με την έφεσή του ο εφεσείων-εναγόμενος εγείρει το θέμα αυτό και επιπρόσθετα προσβάλλει τα συμπεράσματα και ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά κυρίως με την αξιολόγηση των μαρτύρων, σχολιάζοντας και της αντιφάσεις στη μαρτυρία του εφεσίβλητου-ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η έφεση, κατά την άποψη μας, θα κριθεί στο νομικό θέμα που εγείρεται και ως εκ τούτου περιττεύει να ασχοληθούμε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης που αφορούν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στην οποία είναι καλά νομολογημένο πως σπανίως επεμβαίνει το Εφετείο.
Το Άρθρο 5 του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμων του 1973 έως 1995, προνοεί τα ακόλουθα:
«5(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κανένας δεν μπορεί να ασκεί την εργασία του εργολήπτη ή να ανεγείρει ή να εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο ή να ασκεί το επάγγελμα του εργολήπτη, αν δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης και κάτοχος πιστοποιητικού και ετήσιας άδειας σε ισχύ.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(4) Ουδείς μη εγγεγραμμένος και μη κάτοχος ετησίας αδείας εργολήπτης, δικαιούται να αξιώση δικαστικώς παρ΄οιουδήποτε προσώπου την είσπραξιν αμοιβής δι΄υπηρεσίας ή δαπάνας αφορώσαςς εις εργοληψίαν οικοδομικών ή άλλων τεχνικών έργων, εκτός δι΄υπηρεσίας ή δαπάνας προσφερθείσας ή γενομένας προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου ή εν σχέσει προς έργον αρξάμενον μεν προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου αλλά αποπερατωθέν μετά την έναρξιν τούτου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(α) εις οιανδήποτε εργασίαν διά την ανέγερσιν ή κατασκευήν ή επέκτασιν ή μετατροπήν ή επιδιόρθωσιν ισογείου οικοδομής, συνολικής χωρητικότητος μη υπερβαινούσης τα εκατόν κυβικά μέτρα, μη αποτελούσης κατοικίαν, τόπον εργασίας, δημόσιον κτίριον ή μέρος αυτών
(β) εις οιανδήποτε οικοδομικήν εργασίαν δι΄ην ουδεμία άδεια παρ΄οιασδήποτε αρχής απαιτείται βάσει της εκάστοτε εν ισχύι νομοθεσίας, εξαιρέσει οικοδομικής εργασίας εκτελουμένης δια την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας ή εκ μέρους ή προς όφελος αυτής
.(γ) εις οιανδήποτε εργασίαν δια την εκτέλεσιν απλής φύσεως τεχνικού έργου η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει κατά τον χρόνον της αναλήψεως του τοιούτου έργου το ποσό που καθορίζει ο Υπουργός με γνωστοποίηση.»
Προκύπτει έτσι σαφώς πως η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 5(1), (4).
Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν σε σχέση με όμοιες πρόνοιες στον Περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμο του 1962 (Ν. 41/62) στην υπόθεση Αγαθοκλέους και Άλλοι ν. Λάππα (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 2202. Εκεί αρχιτέκτονας ενήργησε χωρίς να έχει ανανεώσει και πληρώσει το τέλος της ετήσιάς του άδειας, κατά παράβαση του Άρθρου 12Α του Νόμου. Το γεγονός αυτό κρίθηκε πως δεν καθιστούσε τη σύμβαση παράνομη και αντιπαραβλήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 10 του ιδίου Νόμου, που αναφέρονται στην εγγραφή
προσώπου ως αρχιτέκτονα, πρόνοιες που είχαν σκοπό την προστασία του κοινού από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα. Το σκεπτικό της απόφασης στην πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε και στην Πισιάρας κ.α. ν. Μιχαηλίδη κ.α., Π.Ε. 10216, ημερ. 24.5.2000, όπου, στις σελ. 6-7 της απόφασης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:«Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 10 του Ν.41/62, και οι συνέπειες της, έχουν πρόσφατα συζητηθεί στη πολιτική έφεση 9825 Αγαθοκλής Μιχαήλ Αγαθοκλέους και Μάρω Αγαθοκλή Αγαθοκλέους ν. Νίκης Λάππα, ημερ. 26.1
1.1998. Στην απόφαση αυτή το Εφετείο ασχολήθηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 12Α του Νόμου, για να καταλήξει πως η παραβίαση των διατάξεων του δεν επέφερε την ακυρότητα της συμφωνίας της αρχιτέκτονος με τους πελάτες της. Όμως, συζητώντας σε έκταση το ζήτημα και με αναφορά στη νομολογία, το Εφετείο αντιπαρέθεσε τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου, με το άρθρο 10, που μας αφορά εδώ, για να καταλήξει πως η παραβίαση των ρητών προνοιών του τελευταίου απολήγει σε παράνομη συμφωνία, η οποία και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται.»(Δέστε και Flecha Contracting Ltd v. M.C. Michael Development Ltd, Π.E. 10693, ημερ. 25.2.03).
Στην περίπτωση μας η ρητές πρόνοιες του Άρθρου 5 απαγόρευαν στον εφεσίβλητο-ενάγοντα να αξιώσει δικαστικώς την είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής, αφού αυτός από το 1974 δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης, όπως απαιτεί ο Νόμος, και δεν επρόκειτο μόνο περί τυπικής παράλειψης πληρωμής τέλους και ανανέωσης ετήσιας άδειας.
Ο εφεσίβλητος-ενάγων, στη γραπτή του αγόρευση, παραπέμπει στις εξαιρέσεις εφαρμογής του Νόμου, που περιέχονται στο εδάφιο (6), τις οποίες παραθέσαμε πιο πάνω και προβάλλει τον ισχυρισμό πως έπρεπε ο εφεσείων-εναγόμενος να αποδείξει ότι ο ενάγοντας χρειαζόταν άδεια. Διαφωνούμε με τη θέση αυτή. Αποδείχθηκε ενώπιον μας με παραδοχή του ίδιου του εφεσίβλητου-ενάγοντα πως δεν είχε την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Αν υπήρχε ισχυρισμός ότι ενέπιπτε εντός οποιασδήποτε από τις εξαιρέσεις, τότε το βάρος να το αποδείξει βρισκόταν στους ώμους του εφεσίβλητου-ενάγοντα, κάτι που απέτυχε να πράξει, αφού παρέθεσε ενώπιον μας μόνο τις νομοθετικές πρόνοιες, χωρίς καμμιά μαρτυρία ή κανένα περαιτέρω ισχυρισμό για το ποια ή ποιες εξαιρέσεις επικαλείτο.
Εν όψει των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η σύμβαση ήταν παράνομη.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.
Επιδικάζονται έξοδα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄έφεση υπέρ του εφεσείοντα-εναγόμενου.
Δ. Δ. Δ.
/Χ.Π.