ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
(1997) 1 ΑΑΔ 1683
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9651
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΝΙΚΗΤΑ, ΚΑΛΛΗ, ΗΛΙΑΔΗ, ΔΔ.
Μεταξύ -
Κώστα Νικολαΐδη, από την Κισσόνεργα
Εφεσείοντα/εναγομένου
- και -
Ανδρέα Δημητριάδη, από την Πάφο
Εφεσιβλήτου/ενάγοντα
----------------------
Ημερομηνία:
16 Δεκεμβρίου, 1997Για τον εφεσείοντα: Σ. Φασουλιώτης για Χρ. Πουργουρίδη και
Π. Λαπέρτα
Για τον εφεσίβλητο: Ε. Κατσιάρτου και Δ. Δημητριάδης
------------------
- Η απόφαση του δικαστηρίου θα δοθεί από το δικαστή Σ. Νικήτα -
-------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΟΛΩΝ ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: Ο εφεσείων ενάγεται για προφορική δυσφήμηση. Στην έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε μετά την έγερση της αγωγής, ο εφεσίβλητος/ενάγων εκθέτει λεπτομερειακά την εκδοχή του. Η φύση και η ουσία των ισχυρισμών του διαγράφονται με ακρίβεια και καθαρότητα, όπως υπαγορεύουν οι σχετικοί δικονομικοί κανόνες. Είναι αρκετό να παραθέσουμε μέρος της παραγράφου 2, που περιέχει τη δυσφημιστική δήλωση:
"Ο Ανδρέας Δημητριάδης έκαμε πλαστογραφίες εγγράφων, μεταβιβάσεις μετοχών και εκαταδολίεψε την εταιρεία. Επίσης χρησιμοποίησε για δικόν του όφελος τους μισθούς μου. Έπαιρνε προμήθειες από τους Άγγλους πελάτες της Εταιρείας τες οποίες κατάθετε στην Αγγλίαν. Με αδίκησε και με παραπλάνησε στον μεγαλύτερον βαθμόν. Τον κατήγγειλα και αναμένεται η σύλληψη του......"
Στη συνέχεια ο εφεσείων κατέθεσε το δικό του δικόγραφο. Προβάλλει την αλήθεια των όσων ανέφερε ως υπεράσπιση. Είναι η υπεράσπιση γνωστή με τον αγγλικό όρο justification (δικαιολόγηση), για την οποία γίνεται μνεία στο άρθρ. 19 του περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε. Ο εφεσίβλητος είχε αντιρρήσεις για τον τρόπο που συντάχθηκε η παράγραφος 2 της υπεράσπισης, σε σημείο που υπέβαλε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Έκαμε χρήση, για το σκοπό αυτό, των θθ 6 και 7 της Δ.19 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.
Επιβάλλεται να έχουμε υπόψη τη διατύπωση. Το ουσιώδες μέρος της παραγράφου 2 της υπεράσπισης έχει ως εξής:
"2. Καθόσο αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ο Εναγόμενος αρνείται ότι ανάφερε τις λέξεις όπως αναγράφονται αλλά παραδέχεται ότι εχρησιμοποίησε λέξεις και/ή φράσεις που είχαν το νόημα ότι ο Ενάγων βαρύνεται με πλαστογραφίες και/ή δόλιες δραστηριότητες και ότι περαιτέρω ο Ενάγων αδίκησε τον Εναγόμενο και τον παρεπλάνησε. "
Το πρωτόδικο δικαστήριο, ύστερα από γενική επισκόπηση της κυπριακής και αγγλικής νομολογίας, έκρινε πως μπορούσε να εγκρίνει το αίτημα του εφεσίβλητου και να διατάξει λεπτομέρειες, που αφορούν την παράγραφο 2 της υπεράσπισης. Περιόρισε όμως το φάσμα του αιτήματος, που ήταν ευρύτερο, στις εξής συγκεκριμένες λεπτομέρειες:
"Ποιες είναι οι λέξεις και/ή φράσεις που είχαν το νόημα ότι ο Ενάγων βαρύνεται με πλαστογραφίες και/ή δόλιες δραστηριότητες."
Ο κύριος συλλογισμός της πρωτόδικης απόφασης, που απέληξε στην έκδοση του διατάγματος και που είναι και το αντικείμενο της έφεσης, είναι ως ακολούθως:
"Ενώ σίγουρα και πρωταρχικά το βάρος της απόδειξης του Ενάγοντα υπήρχε εν σχέσει με τα λεχθέντα, η συμπερίληψη των επιδίκων λέξεων και φράσεων στο δικόγραφο του και η από την άλλη μεριά η μη απόλυτη άρνηση των λεχθέντων και η επίκληση γενικού ισχυρισμού από τη μεριά του Εναγομένου οδηγεί, κατά την άποψη μου, σε κατάρριψη της εισήγησης της κας Προκοπίου ότι, εφ' όσον ο Ενάγων έχει το βάρος της απόδειξης και εφ' όσον τα γεγονότα είναι εντός της δικής του γνώσεως, δεν μπορεί να ζητεί λεπτομέρειες.
Ο δικηγόρος του εφεσείοντα επέμεινε στην παραπάνω άποψη, που μας επανέλαβε. Είναι η εισήγηση του ότι δεν ήταν αναγκαίες οι λεπτομέρειες γιατί ό,τι διατείνεται ο εφεσείων δε διαφέρει ουσιαστικά από την έκθεση απαίτησης. Η αίτηση για λεπτομέρειες αποσκοπούσε στην αποκάλυψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα. Παράλληλα, με την ικανοποίηση τέτοιου αιτήματος αντιστρέφεται ο κανόνας που ρυθμίζει το βάρος απόδειξης. Καλείται ο εναγόμενος να αποδείξει την υπόθεση του ενάγοντα (εφεσιβλήτου). Ούτε το ένα ούτε το άλλο συμβαίνει. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του εξουσία. Και δεν πεισθήκαμε ότι χρειάζεται η επέμβαση μας.
Οι κανόνες που αναπτύχθηκαν στο δικονομικό αυτό ζήτημα χαρακτηρίζονται από μεγάλη διαύγεια. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης με ό,τι ακολουθεί στην αντίστοιχη παράγραφο της υπεράσπισης δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την εκδοχή του εφεσείοντα με επιπτώσεις στη διεξαγωγή της δίκης και την προσαγωγή μαρτυρίας. Στον Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, παράγραφος 1104 στη σελ. 459 διατυπώνεται ο εξής θεμελιακός κανόνας, που διέπει τη σύνταξη δικογράφου και που φαίνεται ότι παραβιάζει το δικόγραφο του εφεσείοντα:
"......The defendant must not plead a general denial of the allegations in the statement of claim, but must take each allegation separately, and either admit it, or deny it, or say that he does not admit it."
Για τη σωστή αντιμετώπιση της υπεράσπισης justification από μέρους του εναγομένου μας κατατοπίζει ο Gatley, στο ίδιο σύγγραμμα του, στην παράγραφο 1107, σελ. 460. Το απόσπασμα που ακολουθεί στηρίζεται στις αποφάσεις που περιλαμβάνονται στις υποσημειώσεις. Βασική υπόθεση είναι η Rassam v. Budge (1893) 1 Q.B. 571, που μνημονεύει και η εκκαλούμενη απόφαση:
"....The defendant must justify the precise words set out in the statement of claim. He is not entitled to set out his own version of the words and then plead that those words are true."
Για τις γενικότερες αρχές που ασκούν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες παραπέμπω στην απόφαση Byrne & others v. The Financial Times Ltd., Times Law Reports, 3/9/91. Στην υπόθεση Marks and Another v. Wilson-Boyd and others (1939) 2 All E.R. 605, 608, τονίζεται η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της υπεράσπισης, που παραλληλίζονται και εξομοιώνονται από τη σκοπιά αυτή με το κατηγορητήριο σε ποινική υπόθεση:
"A plaintiff is entitled to know with certainty on what the defendant intends to rely in support of his plea. Indeed, it has been said that the justification ought to state the facts with as much particularity as an indictment. No doubt in the great majority of cases a plea in this bald form ought to be supplemented by particulars from which the plaintiff can ascertain the precise nature of the charge which it is proposed to make against him, for he needs this information in order to prepare his evidence for the trial."
Τέλος στην υπόθεση Lucas-Box v. News Group Newspapers Ltd. (1986) 1 All E.R. 177, 183, αναφέρονται τα εξής:
".....whatever may have been the practice to date, in future a defendant who is relying on a plea of justification must make it clear to the plaintiff what is the case which he is seeking to set up. The particulars themselves may make this quite clear, but if they are ambiguous then the situation must be made unequivocal."
Δεν είναι πάνω στις καθιερωμένες αυτές βάσεις, που έχει επικυρώσει η νομολογία, που ο εφεσείων επιδίωξε να θέσει την υπόθεση του. Ο τρόπος που την παρουσιάζει μέσα από την παράγραφο 2 του δικογράφου του μπορεί, χωρίς την παροχή των λεπτομερειών που διέταξε το δικαστήριο, να δημιουργήσει σύγχιση ή αμφισβήτηση, που θα έθετε τον εφεσίβλητο σε μειονεκτική θέση κατά τη δίκη. Δε θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποκλείσει μαρτυρία που υποστηρίζει ένα ευρύτερο ή εν πολλοίς άγνωστο ισχυρισμό: βλέπε Αναστάσης Ιωακείμ Κουρσουμά ν. Ευριπίδη Κώστα Κοσμά (1991) 1 Α.Α.Δ. 973.
Η έφεση για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται. Με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα.
Δ.
Δ.
Δ.
/ΚΑΣ