ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
|
ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Υπόθεση Αρ. 968/2005)
14 Ιουλίου, 2006
[ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ALEXANDROS STEPHANIS & CO LTD,
Αιτήτρια,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ,
Καθ΄ων η Αίτηση.
- - - - - - -
Δ. Αμερικάνου, για την Αιτήτρια.
Ε. Συμεωνίδου, Νομική Λειτουργός, για το Γενικό Εισαγγελέα, για τους Καθ΄ων η Αίτηση.
- - - - - - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Με την προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση που περιέχεται στην επιστολή του Τμήματος Τελωνείων, ημερομηνίας 16.6.2005, με την οποία πληροφορούνται οι αιτητές ότι οφείλουν στη Δημοκρατία εισαγωγικούς δασμούς, φόρο προστιθέμενης αξίας και άλλα δικαιώματα ύψους ΛΚ29.578, πλέον νόμιμο τόκο σε σχέση με την εκτελώνιση εμπορευμάτων τους.
Οι αιτητές είχαν ορίσει ως αντιπρόσωπο τους τελωνειακό πράκτορα την εταιρεία Fracapol Logistics Ltd για να ενεργεί εκ μέρους τους στην εκτελώνιση και παραλαβή των εμπορευμάτων. Ο εν λόγω αντιπρόσωπος των αιτητών, μεταξύ της 1ης και 9ης Ιουνίου 2004, κατάθεσε πέντε διασαφήσεις εισαγωγής που έγιναν αποδεκτές και εκδόθησαν επιταγές της εν λόγω εταιρείας Frakapor Logistics Ltd προς εξόφληση. Οι επιταγές όμως επεστράφησαν ως ανεξαργύρωτες με αποτέλεσμα να θεωρείται από τη Δημοκρατία ότι οι δασμοί και φόροι εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτοι. Με την επιστολή της 16.6.2005 οι αιτητές εκαλούντο να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά.
Ηγέρθη προδικαστική ένσταση εκ μέρους της Δημοκρατίας ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά πράξη εκτελέσεως. Και τούτο διότι η υποχρέωση για καταβολή των δασμών και φόρων δημιουργήθηκε με την αρχική διασάφηση και δεν δημιουργείτο περαιτέρω υποχρέωση με την επιστολή της 16.6.2005, παρά μόνο απαίτηση για την πληρωμή των ήδη οφειλόμενων ποσών, που εξάλλου, μέσω του αντιπροσώπου τους, οι ίδιοι οι αιτητές είχαν αποδεχθεί.
Άκουσα την ένσταση προδικαστικά και είχα το όφελος των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων με πλήρη αναφορά στη νομολογία. Επί του ίδιου προδικαστικού θέματος, ο αδελφός Δικαστής Χατζηχαμπής έχει εκδώσει, στις 4.7.2006, αποφάσεις σε άλλες τρεις προσφυγές, την 905/2005, 917/2005 και 1006/2005. Με τις εν λόγω αποφάσεις αποδέχθηκε την προδικαστική ένσταση της Δημοκρατίας με το ακόλουθο σκεπτικό, με το οποίο και συμφωνώ απόλυτα:
"Επίκεντρο των επιχειρημάτων των Αιτητών είναι η θέση τους ότι, εφόσον οι ίδιοι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη με το γεγονός ότι οι επιταγές επεστράφησαν ως ανεξαργύρωτες, και μάλιστα εφόσον υπάρχει εγγυητική εκ μέρους του αντιπροσώπου, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι οι ίδιοι δεν είχαν οποιαδήποτε οφειλή προς τη Δημοκρατία και η επιστολή η οποία τους εστάλη, ως εκ τούτου, η οποία και προσβάλλεται, δημιουργεί νέα υποχρέωσή τους να πληρώσουν τους εν λόγω δασμούς και φόρους. Γίνεται μάλιστα εκτεταμένη αναφορά στη γραπτή αγόρευση ως προς τη σημασία της εγγυητικής σε συνάρτηση με την οφειλή την οποία οι Αιτητές θα είχαν έναντι της Δημοκρατίας.
Η απόφαση του αδελφού μου Δικαστή Νικολάτου στην υπόθεση ΚΕΟ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας, 562/2004, 2.5.2006, έχει παρατεθεί ως η νομική συνδρομή προς τη θέση των Αιτητών. Εκεί εκρίθη ότι διαφοροποιείτο η προηγούμενη απόφαση του αδελφού μου Νικολαΐδη, Δ., στην υπόθεση Αγιομαμίτης ν. Δημοκρατίας, 429/2004, 12.10.2005, κατά το ότι ο φόρος και ο δασμός στην περίπτωση της ΚΕΟ καταβλήθησαν ενώ στην Αγιομαμίτης προφανώς εθεωρήθη ότι δεν είχε καταβληθεί. Ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε ότι η απαίτηση εναντίον των Αιτητών δημιουργούσε νέα υποχρέωση που δεν υπήρχε προηγουμένως.
Με όλο το σέβας, δεν μπορώ να συμφωνήσω με το σκεπτικό της ΚΕΟ το οποίο αναδεικνύει και μια άλλη πτυχή του πράγματος, ότι δηλαδή η ευρύτερη διάσταση δεν έγκειται τόσο στη διάκριση μεταξύ εκτελεστής διοικητικής πράξης και πράξης εκτελέσεως αλλά στο κατά πόσο το θέμα είναι θέμα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου. Το κατά πόσο ο Αιτητής είχε εξοφλήσει ή πληρώσει την οφειλή δεν ήταν θέμα που θα μπορούσε να απασχολεί αυτό το Δικαστήριο αλλά το Δικαστήριο το οποίο θα ασχολείτο με την απαίτηση η οποία θα μπορούσε να είχε προκύψει από την απόφαση της διοίκησης.
Στην περίπτωση ενώπιον μου θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των γεγονότων που έχω να εξετάσω και των γεγονότων στην Αγιομαμίτης. Tο θέμα αντικρίστηκε ευθέως με αναφορά στα κρίσιμα νομικά στοιχεία που το ρυθμίζουν στην Αγιομαμίτης και συμφωνώ με την προσέγγιση εκεί ότι η αρχική και μόνη υποχρέωση της εταιρείας δημιουργείται με τη διασάφηση και τον καθορισμό των δασμών και φόρων τότε. Η οποιαδήποτε μετέπειτα απαίτηση της Δημοκρατίας δεν δημιουργεί υποχρέωση εφόσον η υποχρέωση ήδη προϋπήρχε και δεν μπορεί να επιβάλει στον φορολογούμενο νέα υποχρέωση καταβολής δασμού. Η υποχρέωση είχε ήδη δημιουργηθεί και είχε ήδη συνδεθεί με τα στοιχεία τα οποία συνιστούσαν τη διασάφηση και τελωνισμό των εμπορευμάτων. Εάν επιδίωξη της διοίκησης ήταν η δημιουργία νέων έννομων αποτελεσμάτων, η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται περί πράξης εκτελεστής αλλά πράξης εκτελέσεως και μόνο αφαιρεί κάθε ίχνος υποψίας ότι ο διοικούμενος μπορεί να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση με τη δεύτερη αυτή επιστολή, όπως ήδη παρατήρησα κατά τη διάρκεια της ακρόασης.
Πέραν τούτου όμως, θεωρώ ότι πρέπει να τονίσω και την, όπως είπα προηγουμένως, ευρύτερη διάσταση του πράγματος. Ο λόγος για τον οποίο η δεύτερη επιστολή της διοίκησης δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά πράξη εκτελέσεως είναι γιατί δεν ρυθμίζει νέες υποχρεώσεις αλλά επιδιώκει την εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων. Αυτό την ανάγει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι στη σφαίρα τη δημόσιου δικαίου. Στο ιδιωτικό δίκαιο θα κριθεί κατά πόσο τα όσα αφορούν τη μη είσπραξη του φόρου, δηλαδή η μη πληρωμή των επιταγών από τη Fracapol και η μη απαίτηση της εγγυητικής, επηρεάζουν την ήδη υφιστάμενη υποχρέωση των Αιτητών να καταβάλουν τους εν λόγω δασμούς και φόρους θετικά ή αρνητικά. Μόνο στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα μπορέσει να εγερθεί θέμα όσον αφορά τη σημασία των γεγονότων αυτών που διέπουν όχι τη δημιουργία της υποχρέωσης αλλά την εξόφληση της.
Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι οι προδικαστικές ενστάσεις είναι βάσιμες και στις τρεις προσφυγές οι οποίες ως εκ τούτου δεν μπορούν να υφίστανται και απορρίπτονται στο στάδιο αυτό."
Η προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των αιτητών.
Ρ. Γαβριηλίδης,
Δ.
/ΧΤΘ