ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων


ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Υπόθεση Αρ. 322/2005)

 

20 Φεβρουαρίου, 2006

 

[ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δικαστής.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146, 13, 28, 32, 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ 2, 8, 14 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ ΝΟΜΟΥ

 

GABRIEL MIHAI,

Αιτητής,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ:

1.  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,

2.  ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ,

Καθ΄Ων η Αίτηση.

 

_________

 

Χ. Φωτίου και Α. Αλεξάνδρου, για τους Αιτητές.

Λ. Χριστοδουλίδου-Ζαννέτου,  Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄Ων η Αίτηση.

_________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Στις 12.11.1997 ο αιτητής, πολίτης της Ρουμανίας, έκανε το γάμο του με πολίτη της Κύπρου την οποία είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Κύπρο ως επισκέπτης.  Αφού απετάθη την 1.12.1997, του εδόθη τελικά στις 2.3.2000 άδεια παραμονής ως επισκέπτη μέχρι 30.5.2000 για να διαμένει με την Κύπρια σύζυγό του.  Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι τον Ιανουάριο του 2000 είχε εξετασθεί, κατόπιν σχετικής καταγγελίας, το ενδεχόμενο ο γάμος να ήταν εικονικός.  Αναφέρεται όμως σχετικά ότι:

 

"Έγιναν εξετάσεις αλλά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ότι αυτός ο γάμος είναι εικονικός.  Το ζεύγος μέχρι σήμερα δεν απόκτησε παιδιά και κατοικούν ... σε ενοικιαζόμενη οικία."

 

 

 

Στις 21.5.2003, τρία σχεδόν χρόνια μετά τη λήξη της άδειας παραμονής χωρίς αυτή να ανανεωθεί αφού ο Αιτητής δεν απετάθη προς τούτο, η Αστυνομία προέβη σε εξετάσεις με σκοπό να διαπιστωθεί η κατάσταση του εν λόγω γάμου.  Αφορμή προς τούτο φαίνεται να έδωσε η άφιξη στην Κύπρο στις 2.4.2003 Ρουμάνας καλλιτέχνιδας η οποία δήλωσε ότι θα εφιλοξενείτο από τον εργοδότη και επ΄αδελφή γαμβρό του Αιτητή στην Πάφο ο οποίος, όταν ερωτήθηκε, είπε ότι η εν λόγω Ρουμάνα ήταν φίλη του Αιτητή την οποία αυτός θα παραλάμβανε και θα ενυμφεύετο.  Η Αστυνομία πήρε εκτενείς καταθέσεις από τον Αιτητή και τη σύζυγό του και έκανε έρευνα στο διαμέρισμα όπου διέμενε ο Αιτητής,  διαπιστώνοντας ότι σε αυτό κατοικούσαν, πλην του Αιτητή, μια άλλη αδελφή του και ο επίσης ρουμάνος σύζυγός της, χωρίς όμως να υπάρχει ένδειξη ότι εκεί κατοικούσε και η Κύπρια σύζυγος του Αιτητή.  Στις καταθέσεις τους τόσο ο Αιτητής όσο και η σύζυγός του ανέφεραν ότι είχαν συζήσει στο ίδιο σπίτι μετά το γάμο τους για πέντε χρόνια αν και είχαν προστριβές που οδηγούσαν στη διακοπή της συμβίωσης τους με τη μετάβαση της συζύγου στη Λάρνακα όπου διέμενε η αδελφή της και την επανάληψη της μετά.  Ο Αιτητής δέχθηκε ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τη Ρουμάνα καλλιτέχνιδα, αρνείτο όμως ότι προτίθετο να τη νυμφευθεί και ότι είχε νυμφευθεί τη σύζυγό του με σκοπό, αφού πάρει Κυπριακή υπηκοότητα, να τη διαζευχθεί και να συζευχθεί τη συμπατριώτισσα του.  Το συμπέρασμα της Αστυνομίας ήταν ότι επρόκειτο για εικονικό γάμο, συμπέρασμα το οποίο εβάσιζε σε, όπως αντιλαμβάνετο, σωρεία αντιφάσεων στις καταθέσεις του Αιτητή και της συζύγου του και σε κατ΄ισχυρισμό παραδοχή του Αιτητή στον αστυνομικό που είχε διερευνήσει τα της προαναφερθείσας άφιξης της Ρουμάνας καλλιτέχνιδας ότι νυμφεύθηκε τη σύζυγό του για να μείνει στην Κύπρο, να πάρει Κυπριακό διαβατήριο και μετά να πάρει διαζύγιο και να νυμφευθεί τη Ρουμάνα καλλιτέχνιδα.  Η Αστυνομία έθεσε τα στοιχεία που είχε συλλέξει και την άποψη της ενώπιον της Υπηρεσίας Αλλοδαπών η οποία τα διεβίβασε στη Συμβουλευτική Επιτροπή για Εικονικούς Γάμους.  Η άποψη της Επιτροπής ήταν ότι:

 

"Βάσει των δεδομένων της περίπτωσης, η Επιτροπή δεν μπορεί να τοποθετηθεί.  Οι αντιφάσεις που προκύπτουν από τις καταθέσεις των δύο μερών δεν δίνουν σαφή εικόνα για το αν πρόκειται για εικονικό γάμο.

 

Εν όψει των πιο πάνω, η Επιτροπή εισηγείται όπως σταλεί ο φάκελος για περαιτέρω διερεύνηση σχετικά με το αν το ζευγάρι διαμένει μαζί, με την λήψη καταθέσεων από γείτονες και συγγενείς."

 

 

 

Η Αστυνομία διερεύνησε λοιπόν περαιτέρω το θέμα παίρνοντας καταθέσεις από δύο άτομα που εργάζονταν ή διέμεναν κοντά στην πολυκατοικία όπου διέμενε η Κυπρία σύζυγος του Αιτητή στη Λάρνακα και ανέφεραν ότι αυτή ζούσε μόνη της.  Σε πρόσθετη κατάθεση της η σύζυγος του Αιτητή επέμενε ότι ο γάμος δεν ήταν εικονικός, ότι οι σχέσεις τους ήσαν συνήθως αρμονικές και ότι απλώς αυτή έμενε κάποτε στη Λάρνακα λόγω προστριβών με τον Αιτητή και προσωπικών ασχολιών της.

 

Η υπόθεση ετέθη κατόπιν τούτου εκ νέου ενώπιον της Επιτροπής η οποία, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, "συμφώνησε πως πρόκειται για εικονικό γάμο".  Έτσι απεφάσισε τελικά και η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η οποία και κάλεσε τον Αιτητή να αναχωρήσει από την Κύπρο με επιστολή ημερομηνίας 2.6.2004.  Ο Αιτητής ζήτησε τότε επανεξέταση του θέματος, για να λάβει στις 3.12.2004 την απάντηση ότι "η περίπτωση σας έχει εξεταστεί από τον Υπουργό Εσωτερικών και το αίτημα σας απερρίφθη".  Αυτό έγινε αφού η διοίκηση θεώρησε το αίτημα του Αιτητή ως ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό προς τον οποίο έθεσε σχετικό σημείωμα και αυτός στις 23.11.2004 συμφώνησε με την απόφαση της Λειτουργού.  Ο Αιτητής εκηρύχθη στη συνέχεια απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφάλαιο 105, και απελάθη βάσει διατάγματος απέλασης εκδοθέντος στη βάση εκείνη στις 31.12.2004.

 

Η προσφυγή προσβάλλει την απόφαση για έκδοση διατάγματος απέλασης, με εισήγηση, άκρως συνοπτικά διατυπωμένη και μη αναπτυσσόμενη, ότι η απόφαση δεν μπορούσε νόμιμα να εβασίζετο στα συμπεράσματα της Επιτροπής ως μη θεσμοθετημένου οργάνου και ότι η διαπίστωση της εικονικότητας του γάμου δεν μπορεί να επεκτείνεται σε γεγονότα πέραν του πρώτου έτους από την τέλεση του γάμου.  Όπως όμως ορθώς παρατηρεί και η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία, οι όποιες αιτιάσεις κατά της απόφασης ότι ο γάμος ήταν εικονικός ώστε να μην δίδεται περαιτέρω άδεια παραμονής θα μπορούσαν να προβληθούν μόνο στα πλαίσια προσφυγής κατά της απόφασης εκείνης ως εκτελεστής διοικητικής πράξης και όχι στα πλαίσια προσφυγής κατά του διατάγματος απέλασης που συνιστά νέα και χωριστή διοικητική πράξη.  Η απόφαση για έκδοση διατάγματος απέλασης εβασίσθη στη δεδομένα παράνομη παραμονή του Αιτητή μετά από τη λήξη της άδειας παραμονής του το 2000 και την έλλειψη διάθεσης της διοίκησης να δώσει περαιτέρω άδεια παραμονής μετά από τη διαπίστωση της ότι ο γάμος ήταν εικονικός όπως ορίζεται στο άρθρο 7Α(1) του Νόμου.  Ουδεμία δε εισήγηση γίνεται ως προς τη νομιμότητα της με την προσφυγή μόνης προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το διάταγμα απέλασης.

 

Η προσφυγή λοιπόν αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Ο Αιτητής θα καταβάλει £300 έξοδα στη Δημοκρατία.

 

 

 

                                                                   Δ. Χατζηχαμπής,

                                                                                  Δ.

 

/ΚΧ"Π


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο